Η «ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ»
Ο μεσαίωνας ενάντια στην πρόοδο

Ο θόρυβος γύρω από αυτό το βιβλίο, ειδικά στις πρώτες του εκδόσεις, ήταν μεγάλος. Πολύ γρήγορα η Βερενίκη αναγνωρίστηκε σαν ωφέλιμο και ηθικοπλαστικό βιβλίο από το κράτος, δίπλα σε αυτά του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων. Αποσπάσματα της Βερενίκης εύρισκε κανείς παντού, στα βιβλία του Λυκείου, αλλά και στα θέματα των πανελληνίων εξετάσεων.
Ο συγγραφέας της Βερενίκης έχει συμβάλλει σημαντικά στην διαμόρφωση της ανατολικού τύπου μεσαίας αστικής τάξης στα πανεπιστήμια και ειδικά στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και είναι ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές της πνευματικής και διανοητικής κατάστασης αυτής της τάξης. Ακόμα και σήμερα συμμετέχει με το βάρος και το κύρος του καθεστωτικού στελέχους στη διαμόρφωση των εκπαιδευτικών πολιτικών, ως εκπρόσωπος της ανατολικού τύπου διακομματικής καθεστωτικής εξουσίας που ελέγχει και διαλύει τα πανεπιστήμια. Η συμμετοχή και η αποχώρησή του από την επιτροπή σοφών, κάτω από τις επευφημίες του ΣΥΝ, είναι ένα παράδειγμα.
Η πολιτική δράση του Γραμματικάκη στα εκπαιδευτικά ζητήματα είναι συνεπής με τις αρχές που υποστηρίζει στην Βερενίκη. Είναι πάντα εχθρικός στην παραγωγή, στην τεχνολογία και στην πρόοδο. Η ανάπτυξη είναι «το απατηλό προσωπείο»* το «θηρίο της Αποκαλύψεως» όπως αναφέρεται και στον πρόλογο του βιβλίου του από τον Σ. Αλεξίου.
« Αυτή η «Θεία Φύσις», η «θεά Γαία», όπως χαρακτηριστικά την αποκαλεί ο Γραμματικάκης, πρέπει να προστατευθεί από τους εφιαλτικούς κινδύνους που την απειλούν σήμερα: πυρηνικά, υπερπληθυσμός, ενεργειακή σπατάλη, μόλυνση. Είναι το πολυκέφαλο θηρίο της Αποκαλύψεως, το διαβολικό Κακό που παρουσιάζεται στις απλοϊκές, αφιλοσόφητες και «κυνικά ιδιοτελείς» μάζες με το απατηλό προσωπείο της Προόδου.»
Εκφράζοντας τις επιδιώξεις της γραφειοκρατίας ανατολικού τύπου στα πανεπιστήμια έχει συμβάλλει περισσότερο από κάθε άλλον στην διαμόρφωση της αρνητικής ιδεολογικής στάσης του λαού, αυτήν που καλλιεργεί συστηματικά το ανατολικού τύπου πολιτικό σύστημα, απέναντι στην επιστήμη, στην τεχνολογία, στην βιομηχανία και γενικά στην ανάπτυξη. Σε μια περίοδο έκρηξης των παραγωγικών δυνάμεων και διαμόρφωσης των νέων δεξιοτήτων, όταν η χώρα έχει την μεγαλύτερη ανάγκη αποτελεσματικής συμμετοχής στον διεθνή επιστημονικό και τεχνολογικό καταμερισμό, αυτός αντιπαραθέτει τα αστέρια και τα θεωρητικά επιτεύγματα της σύγχρονης φυσικής στην αναγνώριση του παραγωγικού ρόλου της φυσικής και της τεχνολογίας, στην σύνδεση της έρευνας και της εκπαίδευσης με την παραγωγή, στην αντίληψη της ίδιας της ανάπτυξης.
Ειδικότερα ο τρόπος που παρουσιάζει την Φυσική στους τηλεθεατές του και στα βιβλία του την υποβαθμίζει από παραγωγική δύναμη, που φέρει ένα σώμα αντικειμενικής αλήθειας εξαιτίας της σύνδεσής της με τη βιομηχανία και την πρακτική, σε μια «καθαρή» πνευματική κατάκτηση ξεκομμένη από την πραγματικότητα, που μελετά την σχέση αισθημάτων και συμβόλων, σαν μια κατάκτηση ολίγων εκλεκτών πανεπιστημιακών διανοητών, μιας κρατικής ελίτ, που δεν χρωστούν τίποτα στην κοινωνία ενώ αυτή τους οφείλει τα πάντα.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός στη φιλοσοφία αλλά ούτε και στην φυσική για να τοποθετηθεί απέναντι σ’ αυτό το έργο, που είναι μια συρραφή των πιο παλιών και ακραίων θέσεων του υποκειμενικού ιδεαλισμού, θέσεων που φτάνουν ακόμα και στο μυστικισμό.

Ο ΝΕΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου διαβάζουμε για τον νέο ανθρωπισμό που εισάγει ο συγγραφέας: « Τον μετέωρο άνθρωπο θα ισορροπήσει μόνο το άπλωμα του χεριού του στους άλλους κατοίκους του πλανήτη, και στη φύση ή στη θάλασσα που υπήρξαν μάρτυρες στη γέννησή του. Μόνο που, αν αυτό γίνει τώρα, θα είναι ένα χέρι, όχι οδηγούμενο από την ιστορία ή τον φόβο της τιμωρίας, αλλά από βαθύτατη γνώση. Την μόνη ικανή, μαζί με τον έρωτα ή την Τέχνη, να υπερβεί το δέος και το Κενό».
Η ιστορία, που είναι στην ουσία η ιστορία της εξέλιξης της παραγωγής και η ιστορία των εργαζομένων που παράγουν τα υλικά αγαθά, δεν υφίσταται για τον συγγραφέα μας. Την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την ανάγκη συμμετοχής της χώρας στον νέο διεθνή επιστημονικό και τεχνολογικό καταμερισμό την αντικαθιστά με την γνώση πέρα και έξω από την παραγωγή και την κοινωνική πραγματικότητα. Η «γνώση», δηλαδή το πνεύμα, που υπερβαίνει το «δέος» και το «Κενό» (εδώ εννοεί προφανώς την ύλη και την ανάγκη) είναι το πρωταρχικό. Το δευτερεύον είναι η ύλη, η αντικειμενική πραγματικότητα. Το πνεύμα προηγείται της ύλης και των ανθρώπινων αναγκών.
Χαρακτηριστική είναι η υποστήριξη της φασιστικής θέσης του παπά Μάλθους για τον υπερπληθυσμό, που την συναντάμε και σε άλλο σημείο του βιβλίου ρητά εκφρασμένη, για το ότι δηλαδή δεν φτάνουν τα τρόφιμα για να θρέψουν τον πλανήτη. Θέση που δεν τολμά κανείς ιμπεριαλισμός πια να την ξεστομίσει σήμερα σε όλη την πολιτισμένη ανθρωπότητα.
Ειδικά αυτή την περίοδο που ο κάθε ανθρωπισμός αστικός ή σοσιαλιστικός είναι υποχρεωμένος να ανανεώνεται αναγνωρίζοντας την επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ο συγγραφέας αρνείται αυτή την κληρονομιά των επόμενων γενεών, εγκαταλείπει τους ανθρώπους και στρέφεται στην προστασία της υπόθεσης της «Γαίας» γιατί εκεί βρίσκονται κατ’ αυτόν οι όροι της ύπαρξης του ανθρώπου.
Αυτού του είδους ο ανθρωπισμός είναι όμως έξω από τους ανθρώπους. Δεν στηρίζεται στο συμφέρον του κοινωνικού ανθρώπου, το συμφέρον των εργαζομένων τάξεων, και δεν ενδιαφέρεται, αδιαφορεί, για την φυσική και την μορφωτική τους τελείωση. Αυτή την άρνηση της ταξικής πάλης σαν κινητήρια δύναμη της ιστορίας και το βαθύ μεσαιωνικού χαρακτήρα μίσος στην αναπτυσσόμενη σύγχρονη κοινωνία και στην κοινωνική εξέλιξη το συναντάμε σε όλο του το έργο αλλά και στις περιηγήσεις του στα κανάλια. Ο ανθρωπισμός του αποκλείει κάθε πραγματικό ανθρωπισμό προϊόν της ιστορίας είτε τον αστικό είτε τον σοσιαλιστικό ανθρωπισμό. Από τον ανθρωπισμό του λείπει κάθε στοιχείο σύγχρονου αστικού ή σοσιαλιστικού αλτρουισμού και γι’ αυτό γίνεται πολιτικότερος αποκρουστικότερος και πιο αντιδραστικός γιατί απορρίπτει τους υλικούς αλλά και τους πνευματικούς όρους ύπαρξης της κοινωνίας. Είναι ο γνωστός ανθρωπισμός της κρατικής διακομματικής ελίτ που απορρίπτει την αξιολόγηση από το κράτος και από τον λαό, τους φοιτητές τους γονείς και την κοινωνία, γιατί θέλει να είναι πάνω από το κράτος και πάνω από την κοινωνία σαν βασική συνιστώσα του φαιοκόκκινου μετώπου στην εκπαίδευση.


Η ΑΝΘΡΩΠΙΚΗ ΑΡΧΗ

Στην κόμη της Βερενίκης υποστηρίζεται ότι η ανθρώπινη παρουσία στο σύμπαν « ίσως έχει κάποια σημασία επειδή παρατηρούνται κάποιες συμπτώσεις». Δύο απ’ αυτές είναι ότι η τετραγωνική ρίζα της μάζας του πρωτονίου πολλαπλασιασμένη με τη μάζα ενός συνηθισμένου αστεριού δίνει περίπου τη μάζα του ανθρώπου, και ότι η τετραγωνική ρίζα των διαστάσεων του πυρήνα των ατόμων επί την απόσταση δύο αστεριών δίνει το ύψος του ανθρώπου.
Και στη σελ. 96: «Και βάσει αυτών (εννοεί των συμπτώσεων) διατυπώθηκε το περίφημο ανθρωπικό αξίωμα που έχει διάφορες παραλλαγές», και παρακάτω: «Η ανθρωπική αρχή αλλάζει την οπτική γωνία μας ως προς το σύμπαν. Δεν είναι ότι στη μακραίωνη εξέλιξή του, το Σύμπαν δημιούργησε τυχαία τις κατάλληλες συνθήκες για να υπάρξει ανθρώπινη ζωή σ’ αυτόν εδώ ή άλλους πλανήτες. Αλλά ίσα–ίσα η ύπαρξη του ανθρώπου προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο Σύμπαν από τα πολλά δυνατά!».
Με δύο αριθμητικές πράξεις συνδέονται δύο χαρακτηριστικά του ανθρώπου με το μέσο αντιπρόσωπο των αστεριών, που βρίσκονται σε όλες τις περιοχές του σύμπαντος, αλλά και με το υποατομικό επίπεδο της ύλης. Έτσι η ανθρώπινη παρουσία αποκτά ένα συμπαντικό χαρακτήρα και κεντρικό ρόλο στον κόσμο αφού βρίσκεται σε μια υπονοούμενη σύνδεση με κάθε περιοχή του σύμπαντος του συγγραφέα.
Υποβάλλεται έτσι η ιδέα στον αναγνώστη ότι έχει αποδειχτεί η ταυτόχρονη, η αξεχώριστη ύπαρξη του ανθρώπου και του «σύμπαντος». Ο χαρακτήρας αυτής της συνύπαρξης-σύνδεσης ξεκαθαρίζεται αμέσως «η ύπαρξη του ανθρώπου προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο Σύμπαν από τα πολλά δυνατά!» Το πνεύμα δηλαδή γεννάει το «σύμπαν» και όχι αντίστροφα.
Δηλώνει ότι η ανθρώπινη παρουσία στο «σύμπαν» « ίσως έχει κάποια σημασία επειδή παρατηρούνται κάποιες συμπτώσεις», ότι δηλαδή τα αποτελέσματά του ανήκουν στη σφαίρα του συμπτωματικού, μετά απολυτοποιεί το συμπτωματικό που είναι γενικά μια στιγμή της εξέλιξης ενός φαινομένου, μια δευτερεύουσα πλευρά μιας νομοτέλειας, και αντικαθιστά τη γενικότητα του ανύπαρκτου στην περίπτωσή μας νόμου, την υποτιθέμενη βεβαιότητα, με το συμπτωματικό. Στη συνέχεια αυτό το «συμπτωματικό» που έχει προέλθει από τη γνώση του πεπερασμένου, δηλ. του τμήματος του χώρου που μπορεί η πειραματική φυσική να απεικονίζει, το επεκτείνει σε ισχύ και στο άπειρο, στο χρόνο, στο χώρο, και σε μορφές κίνησης της ύλης, σύμπαν. Και έτσι μας προσφέρει ένα αυθαίρετο αδιαφοροποίητο-μεταφυσικό άπειρο , μια γενική θεώρηση του κόσμου, που σαν τέτοια δεν έχει κανένα περιεχόμενο. Τα επιμέρους βήματα που οδηγούν σ’ αυτή του την γενίκευση είναι ψευτοεπιστημονικά, προήλθαν από την αυθαίρετη γενίκευση των σχέσεων των δύο ριζών, από την κακοποίηση δηλαδή της φυσικής και επομένως η γενίκευσή του είναι κενή περιεχομένου. Στη θέση του επιχειρήματός του παραμένει το κενό ή καλλίτερα η θεϊκή δημιουργία του ανθρώπου και ο πιο σκληρός και πολύ παλιός υποκειμενικός ιδεαλισμός.
Ποιος νόμος που υπονοείται από τον συγγραφέα, με τις τετραγωνικές ρίζες, είναι αυτός που συνδέει το κβαντικό επίπεδο δομής της ύλης με το επίπεδο του πυρήνα και των ατόμων, με το χημικό, το βιολογικό και το κοινωνικό επίπεδο; Γιατί αυτό σημαίνει η ταυτόχρονη ύπαρξη της συνείδησης και της φύσης που βάζει από το παράθυρο και που στην συνέχεια την ανατρέπει υπέρ του πνεύματος. Η επιστήμη δεν έχει φτάσει σε αυτό το επίπεδο. Νόμοι τέτοιοι δεν είναι γνωστοί. Καμία επιστήμη μέχρι σήμερα δεν έχει κατορθώσει να διατυπώσει κάποιο νόμο που να συνδέει δύο διαφορετικά επίπεδα δομής της ύλης, το κβαντικό επίπεδο, το επίπεδο του πυρήνα και των ατόμων, το χημικό, το βιολογικό και το κοινωνικό επίπεδο. Οι νόμοι του κάθε επίπεδου λειτουργούν στο ίδιο αυτό επίπεδο, αλλά και σε κάθε επίπεδο λειτουργούν οι νόμοι των κατωτέρων επιπέδων, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι νόμοι του ανώτερου επίπεδου ανάγονται στους νόμους του κατώτερου. Σαν παράδειγμα, οι νόμοι της Χημείας δεν μπορούν να αναχθούν στους νόμους της Φυσικής, παρά το γεγονός ότι οι χημικές ενώσεις αποτελούνται από κβαντικά συστήματα, οι κοινωνικοί νόμοι δεν ανάγονται στους νόμους της βιολογίας, παρά το ότι τα άτομα είναι βιολογικά όντα. Αλλά και αν ακόμα μελετηθούν πλήρως οι φυσικοχημικές και βιολογικές λειτουργίες του εγκεφάλου αυτό αρκεί για να πούμε ότι αυτή η γνώση αποτελεί ανάλυση της σκέψης και της συνείδησης; Όμως αυτά για τον συγγραφέα μας που υπερβαίνει το δέος και το Κακό με την Γνώση τον Έρωτα και την Τέχνη είναι λεπτομέρειες. Απορρίπτει την ιστορία και επομένως δεν δέχεται την ιστορικότητα των φυσικών νόμων. Το ότι οι νόμοι της επιστήμης είναι ανθρώπινα δημιουργήματα προϊόντα της κοινωνικής πείρας των επιστημόνων και των παραγωγών δεν σημαίνει τίποτα για αυτόν. Ο καθένας μπορεί να λεει ότι του κατεβαίνει στο κεφάλι αρκεί να τον «βολεύει». Τελικά ο συγγραφέας καταλήγει στο να θεωρεί ότι η φύση είναι προϊόν του πνεύματος. Αυτή είναι μια αρχή φιλοσοφική που σαν αρχή απλά τίθεται. Κάθε προσπάθεια απόδειξης αυτού του ισχυρισμού με τις φυσικές επιστήμες δεν σημαίνει παρά την κακοποίησή τους.
Το ότι αντικαθιστά την φύση του ιδεαλισμού και της φιλοσοφίας με το «σύμπαν» απλά εισάγει μια επιπλέον ανακρίβεια στις παλιές ιδεαλιστικές θεωρίες. Ένα σύμπαν του οποίου γνωρίζει τα όρια και την συνθετότητα και στο οποίο απλώνεται δίχως όρια η μεταφυσική του ιδεαλισμού του.
Η «ανθρωπική αρχή» στην πραγματικότητα είναι μια φιλοσοφική αρχή, που όπως όλες οι αρχές δεν αποδεικνύονται απλά τίθενται. Ο τρόπος όμως που επιχειρεί να τη θέσει ο συγγραφέας είναι κατακριτέος. Μπροστά στο κριτήριο της πράξης, της πραγματικότητας, της επιστήμης και των συμπερασμάτων της, μπροστά στον διαλεκτικό υλισμό, προσπαθεί να βάλει από το παράθυρο τη φιλοσοφία που υποστηρίζει. Σε ολόκληρο το βιβλίο του προσπαθεί να μας πείσει ότι οι θέσεις του συμφωνούν με τα πορίσματα της επιστήμης, προσπαθεί να επιστημονικοποιήσει την φιλοσοφική του θέση κακοποιώντας την φυσική και τις επιστήμες γενικά.
Η «ανθρωπική αρχή» στην ουσία είναι μια επανάληψη της αρχής της συναρμογής (co-ordination principle) του Ρ. Αβενάριου (1843-1896) που μας την εμφάνισε ο συγγραφέας με άλλο όνομα και με μια λέξη που τονίζει την ανθρώπινη ύπαρξη σαν το ύψιστο δημιούργημα του Θεού. Η αρχή που υποστηρίζει ο συγγραφέας συνάγεται όπως μας αφήνει να υποθέσουμε από μια επιστημονική ενόραση, αποκρύβοντας την προέλευση και την παλαιότητά της. Η «ανθρωπική αρχή» βέβαια είναι εισαγόμενη από το εξωτερικό και όχι δική του. Πρόκειται για μια αρχή αποδεκτή από την εκκλησία, γεγονός που το αρνείται ο συγγραφέας ρητά, που σε μερικές εκδοχές της φτάνει μέχρι και στον αποκρυφισμό.
Ο Ρ. Αβενάριος, ένας από τους ιδρυτές του εμπειριοκριτικισμού, επηρέασε πολύ τους οπαδούς του Ε. Μαχ (1818-1916). Ο μαχισμός και ο εμπειριοκριτικισμός γενικότερα υπήρξαν από τα ισχυρά ιδεολογικά ρεύματα της αστικής τάξης που αντιπαρατέθηκαν στον υλισμό την εποχή του Λένιν. Ο Λένιν αντιμετώπισε αποτελεσματικά και στο θεωρητικό επίπεδο τις ποικίλες εκφράσεις του εμπειριοκριτικισμού το 1908, με το έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός». Τα νεότερα θετικιστικά ρεύματα μεταμφιεσμένα με διάφορους τρόπους, είναι πολύ επηρεασμένα από τον μαχισμό και εκφράζονται με μικρές διαφορές ως προς την ουσία των θέσεών τους. Η φιλοσοφική διαμάχη λοιπόν είναι παλιά και όχι βέβαια καθαρά στα πλαίσια της Φυσικής, γεγονός που συγκαλύπτει και αντιστρέφει ο προπαγανδιστής συγγραφέας στο βιβλίο του.
Με την αρχή της συναρμογής ο Αβενάριος τοποθετείται στο οντολογικό πρόβλημα υπέρ του υποκειμενικού ιδεαλισμού. Θεωρεί την ταυτόχρονη ύπαρξη της συνείδησης και της φύσης σαν μια αδιάρρηκτη ενότητα, αλλά η συνείδηση αποτελεί το βασικότερο σ’ αυτή τη σύνδεση. Δεν υπάρχει φύση (αντι-μέλος), χωρίς τον άνθρωπο (κεντρικό μέλος), και αντίστροφα. (Λένιν Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός). Ο Αβενάριος αλλά και ο μαχισμός στην ουσία λένε ότι η συνείδηση του ανθρώπου γεννά τη φύση, τον κόσμο, αντίθετα από τον διαλεκτικό υλισμό που υποστηρίζει το αντίθετο, την προτεραιότητα της ύλης από το πνεύμα.
Η λογική συνέπεια της «ανθρωπικής αρχής» για την περίοδο που ο άνθρωπος δεν υπήρχε στη γη, είναι ότι δεν υπήρχε και η φύση. Η ύπαρξη του παρατηρητή που εισάγει στην ουσία ο συγγραφέας, είναι αδιάρρηκτα δεμένη κατ’ αυτόν με την ύπαρξη της φύσης. Ο Αβενάριος για να διατηρήσει τη λογική ενότητα της θεωρίας του, ο Γραμματικάκης ξέχασε ή μάλλον ντράπηκε να μιλήσει γι’ αυτό, εφεύρε την έννοια του δυναμικού κεντρικού μέλους. Σύμφωνα μ’ αυτήν «ακόμα και τότε που δεν υπήρχε ο άνθρωπος, ακόμα και τότε που δεν υπάρχουν γαμέτες αλλά μόνον τα «συστατικά μέλη του περιβάλλοντος που είναι ικανά να γίνουν γαμέτες, το κεντρικό μέλος (δηλ. ο άνθρωπος) δεν είναι ίσο με μηδέν, έχει γίνει ένα δυναμικό κεντρικό μέλος» (Λένιν Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός). Εμπνεόμενος μάλλον απ’ αυτήν τη μεταφυσική θέση του εν δυνάμει κεντρικού μέλους ο συγγραφέας γοητεύεται βλέποντας τα αστέρια, σύμβολα της δημιουργίας του, που ήταν γι’ αυτόν πριν εμφανιστεί ο άνθρωπος στη γη γεμάτα από τα εν δυνάμει κεντρικά μέλη και αναφέρει στη σελ. 61: «Συγκλονιστική όσο και αν είναι η ιδέα εντούτοις είμαστε φτιαγμένοι από αστερόσκονη. Και τη ζωή μας οφείλουμε στο θάνατο κάποιου άστρου». Συγκλονιστική όμως για την επιστήμη και το διαλεκτικό υλισμό είναι η εξέλιξη της ανόργανης ύλης μέχρι την ανώτατη μορφή οργάνωσής της με προϊόν τη συνείδηση, και ακόμα συγκλονιστικότερη είναι η δημιουργία και η εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών που στηρίζεται στην εργασία η οποία δεν έχει καμιά θέση στην φιλοσοφία του συγγραφέα μας.
Αυτόν τον παραλογισμό του εν δυνάμει κεντρικού μέλους που είναι η λογική συνέπεια των θέσεών του υπαινίσσεται και στη σελ. 98: “To Σύμπαν είναι κατανοητό από τη στιγμή που ως σκοπό του θεωρήσουμε τη δημιουργία σκεπτόμενων όντων». Η σκοπιμότητα της δημιουργίας του ανθρώπου που υπάρχει σαν σπέρμα στο σύμπαν του δηλώνει την ύπαρξη του δημιουργού, δηλαδή του Θεού, και ισοδυναμεί με την άρνηση της υλικότητας του κόσμου. Εξάλλου αυτό δηλώνεται και στη σελ. 69: «Ίσως αν ο Δημιουργός του Σύμπαντος ήξερε ακριβώς τι ήθελε να κάνει εκτός από τις «ιδιότητες» που κατά καιρούς του απέδωσε η Θεολογία, είχε ανάγκη να είναι και ένας εξαίρετος προγραμματιστής».
Το ιδεαλιστικό σύστημα του συγγραφέα δεν διδάσκει τη γνωσιμότητα της φύσης και επιτρέπει τη χρησιμοποίηση της επιστήμης μέσα σε παράλογα πλαίσια, έξω από την πραγματικότητα και την πείρα με σκοπό τη στήριξη των φιλοσοφικών του θέσεων.
Ο ανθρωποκεντρισμός του συγγραφέα, κάτω από το φως δήθεν των νέων επιστημονικών ανακαλύψεων είναι στο βάθος του η μεσαιωνική θεολογική αντίληψη που στηρίζεται στην Βίβλο και στο σύστημα του Πτολεμαίου. Σύμφωνα με αυτήν η Γη με θεϊκή επιλογή αποτελεί το κέντρο του σύμπαντος και ο άνθρωπος κατέχει μέσα σ’ αυτό το σύμπαν την «προνομιούχο θέση». Μόνο που τώρα στην εκστρατεία του Γραμματικάκη στα αστέρια, η Γη, κατοικία του ανθρώπου, αντικαθίσταται από το σύμπαν που είναι διαποτισμένο από την «εν δυνάμει» ανθρώπινη ύπαρξη κατ’ εντολή του «μεγάλου προγραμματιστή» του θεού. Στη φυγή του από την Γη δέχεται και την ύπαρξη άλλων συμπάντων. Τώρα το αν στους άλλους αυτούς κόσμους κατοικούνται κάποια αστέρια από βόδια σίγουρα τα εν δυνάμει κεντρικά μέλη θα είναι μέλη βοδιών. Έτσι με την θεωρία των εν «δυνάμει» ανθρώπων ή βοδιών η επιστήμη της φύσης δεν μπορεί να χειραφετηθεί από την θεολογία.... Ευτυχώς όμως που πρόλαβε να χειραφετηθεί από τον Κοπέρνικο που κατάφερε ένα συντριπτικό πλήγμα στην θρησκεία και στην εκκλησία για τον μύθο της θεϊκής δημιουργίας του κόσμου πριν εμφανιστεί ο Γραμματικάκης. Ο Έγκελς στην Διαλεκτική της Φύσης λεει ότι η θεωρία του Κοπέρνικου υπήρξε η επαναστατική πράξη, με την οποία η επιστήμη της φύσης διακήρυξε την ανεξαρτησία της....Μ’ αυτή την πράξη αρχίζει η χειραφέτηση της επιστήμης της φύσης απέναντι στην θεολογία....από τότε η ανάπτυξη των επιστημών προχώρησε με γιγαντιαία βήματα. Ενάντια σ’ αυτή τη θεωρία η Εκκλησία κήρυξε έναν αμείλικτο πόλεμο. Η θεωρία του Κοπέρνικου, του μεγαλύτερου υλιστή της εποχής του, και οι συνεχιστές του έργου του διώχτηκαν αμείλιχτα από την εκκλησία. Είναι γνωστές οι διώξεις του Γαλιλαίου και του Τζορντάνο Μπρούνο που τον έκαψε η Ιερά Εξέταση στην πυρά.
Η αναφορά μας σε ζητήματα που αποτελούν τα βάθρα του δυτικού πολιτισμού , του αστικού και του μαρξιστικού διαφωτισμού, είναι απαραίτητη πάντα για την ανάδειξη του αντεπιστημονικού και του μεσαιωνικού χαρακτήρα της φαιοκόκκινης γραφειοκρατίας της εκπαίδευσης.
Ο δαρβινισμός, που έχει εξοβελιστεί από την εκπαίδευσή μας, έδωσε το αποφασιστικό χτύπημα στην θεϊκή προέλευση του ανθρώπου, στο ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον εξαιρετικό και υπερφυσικό, ότι είναι κέντρο του σύμπαντος. O κοινός πρόγονος του ανθρώπου και του πιθήκου είναι αδιάψευστος μάρτυρας όπως και συνολικά η καταγωγή των ειδών. Ο μαρξισμός και ο ιστορικός υλισμός απέδειξε ότι ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό. Τίποτα πιο συγκλονιστικό δεν υπάρχει πραγματικά από την διαμόρφωση και την εξέλιξη των κοινωνιών. Και η γέννηση των κοινωνιών καθώς και η εξέλιξή τους βασίζονται στην εργασία.
Χαρακτηριστική είναι η θέση στη σελ. 97: «Η παρουσία του ανθρώπου και ο κόσμος γύρω του «ερμηνεύονται» με συνέπεια σαν αποτέλεσμα της κατάλληλης εκλογής των φυσικών νόμων και των φυσικών σταθερών». Εδώ ο συγγραφέας εκφράζεται με την παλιά αρχή της βολικότητας του Μαχ. Κατά τον Μαχ είναι πιο βολικό, όπως δηλώνει, να κρατήσει τα αισθήματα και να αφαιρέσει την ύλη. Στο τέλος μένει το άτομο και η διάνοιά του, η ύλη εξαφανίζεται. Έτσι για τον μαχισμό, όπως και για τον συγγραφέα, το ψυχικό είναι το πρωταρχικό. Γι’ αυτό ο συγγραφέας δεν δυσκολεύεται καθόλου να αρνηθεί την ιστορικά διαμορφωμένη αντικειμενική αλήθεια που φέρουν οι φυσικοί νόμοι σαν αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας, στη συνείδηση του ανθρώπου. Οι φυσικοί νόμοι γι’ αυτόν είναι ζήτημα επιλογής, δηλ. πηγάζουν από το ψυχικό και αναφέρονται σ’ αυτό, δεν έχουν κανένα περιεχόμενο αντικειμενικής αλήθειας και είναι απόλυτα υποκειμενικοί. Δεν έχουν ιστορία. Για τον Μαχ και τον συγγραφέα ένα φυσικό φαινόμενο είναι σχέσεις αισθημάτων και έτσι γι’ αυτούς το καθήκον της Φυσικής είναι η ανακάλυψη αυτών των σχέσεων. Η διδακτική ερώτηση για το πως θα ήταν ο κόσμος αν οι φυσικές σταθερές είχαν λίγο διαφορετικές τιμές είναι εντυπωσιακή και αρκετά παιδαγωγική για τον μαθητευόμενο αρκεί να την κατανοεί ο δάσκαλος και να μην νομίζει ότι μπορεί να διαμορφώνει τον κόσμο με το μολύβι του όταν υπολογίζει σαν παράδειγμα την νέα πυκνότητα της ύλης με αλλαγμένες τις τιμές των φυσικών σταθερών.
Η πνευματική κίνηση που δημιουργείται έντεχνα από τα ΜΜΕ και την παρασιτική κρατικοκομματική γραφειοκρατία με κέντρο τον Γραμματικάκη γίνεται κατανοητή και από το απόσπασμα της προτελευταίας σελίδας του βιβλίου. «Η τυφλή επιδίωξη της ανόδου του ατομικού ή εθνικού εισοδήματος δεν οδηγεί πάντοτε στην άνοδο του βιοτικού-με την έννοια του βίου, της ζωής-επιπέδου. Οδηγεί, συνήθως, σε έναν άνθρωπο χωρίς σοφία και ευθύνη, στερημένο από την παρηγοριά της τέχνης και την ανάσα της φύσης, έρμαιο δυνάμεων που στηρίζουν την εξουσία τους στην ισοπέδωση την δική του και της φύσεως».

*Έκδοση του 1990

Χ. Λ Ιδρυτικό μέλος της Κίνησης Παιδεία για Δημοκρατία και Ανάπτυξη