ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΜΕΤΡΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΑΛΕΞ ΣΤΗ ΒΕΡΟΙΑ

Η δολοφονία του μικρού Άλεξ στη Βέροια και τα όσα ακολούθησαν μετά την αποκάλυψη του γεγονότος ανάδειξαν ένα πρώτου μεγέθους πολιτικό ζήτημα. Αυτό της βίας στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ο μικρός Άλεξ που τόσο τραγικά χάθηκε από μια συμμορία μικρών συμμαθητών του έφερε με τον πιο τραγικό τρόπο στην επιφάνεια ένα ζήτημα που είναι επιμελώς κρυμμένο χρόνια τώρα και που το κρύβει ένα πολιτικό καθεστώς του οποίου επίσης αναδείχτηκε ο ρόλος μέσα από το τραγικό συμβάν. Εμείς εδώ, στο μικρό αυτό σημείωμά μας, θα σταθούμε όχι συνολικά στη στάση της πόλης και του πολιτικού καθεστώτος που συγκάλυψαν την ουσία της υπόθεσης, αλλά στη στάση των εκπαιδευτικών.
Ας δούμε όμως μερικά γεγονότα καταρχήν.
• Ο διευθυντής του σχολείου στο οποίο πήγαινε το θύμα ακόμα και τώρα αρνείται ότι η μητέρα του Άλεξ, του διαμαρτυρήθηκε για τη βία που δεχόταν το παιδί της από τη συμμορία των μικρών.
• Οι δάσκαλοι του σχολείου και της πόλης δεν συγκινήθηκαν και δεν έκαναν καμιά παράσταση στην αστυνομία για τα στοιχεία της βίας της συμμορίας μετά την έρευνα της δημοσιογράφου που πρώτη έφερε το ζήτημα στην επιφάνεια.
• Μια εκδήλωση μαθητών που στήθηκε και που κρατούσε μπαλόνια με το σύνθημα «Άλεξ σε περιμένουμε» έγινε τη στιγμή που μετά τις ανασκαφές δεν είχε βρεθεί το πτώμα και ο δήμαρχος καθώς και ο πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου δήλωναν ότι πίστευαν ότι το παιδί το είχαν απαγάγει.
• Μια φίλη της μητέρας του θύματος μίλησε στα κανάλια και κατάγγειλε τη στάση του σχολείου, τα φαινόμενα ρατσισμού κλπ.
• Μετά τις πρώτες συζητήσεις στα κανάλια ένας χείμαρρος καταγγελιών για τη βία στα σχολεία βγήκε στο φως της δημοσιότητας
• Οι εκπρόσωποι της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ σε μια τηλεοπτική εκπομπή στην οποία είχαν καλεστεί από το Χαρδαβέλλα για να τοποθετηθούν στην υπόθεση της Βέροιας και ενώ όλοι οι άλλοι καλεσμένοι καταγγέλλανε τις συμμορίες των ανηλίκων και τη γενική ανοχή του εκπαιδευτικού συστήματος και του κράτους απέναντί τους αυτοί οι δύο απαιτούσαν η συζήτηση να επιμείνει και να αναζητήσει τις κοινωνικές αιτίες της εγκληματικότητας, δηλαδή να καταγγείλει τον καπιταλισμό όπως πάντα και βέβαια τη νεοφιλελεύθερη και όχι τη χειρότερη δηλαδή τη φασιστική εκδοχή του.
• Στην κοινή ανακοίνωση των ΟΛΜΕ-ΔΟΕ τονίζεται ότι το συγκεκριμένο γεγονός «δεν είναι αντιπροσωπευτικό της κατάστασης που χαρακτηρίζει τη χώρα μας». Άξιο σημασίας είναι όμως το τρίτο σημείο εξήγησης της παιδικής εγκληματικότητας. Λέει η ανακοίνωση: «η εκπαιδευτική πολιτική, καθώς είναι κυρίαρχη η αντίληψη ότι πρώτη φροντίδα πρέπει να είναι η βελτίωση των επιδόσεων πάση θυσία, και έτσι ωθούνται τα παιδιά στην ανταγωνιστικότητα και στον ατομικισμό. Τα παιδιά που δεν ευνοούνται, για κοινωνικούς και προσωπικούς λόγους, σε αυτό το εξοντωτικό κυνήγι της σχολικής επιτυχίας, εύκολα στιγματίζονται, απομονώνονται και περιθωριοποιούνται από τα τρυφερά τους χρόνια. Αν ταυτόχρονα είναι και παιδιά μεταναστών, ο στιγματισμός τους μπορεί να ενισχυθεί και από ρατσιστικές αντιλήψεις. Καθώς η ένταξη των λεγόμενων “κακών” μαθητών στο σχολείο γίνεται προβληματική, αναζητούν αναγνώριση και ταυτότητα σε άλλες ομάδες, συνήθως περιθωριακές, που εύκολα εκδηλώνουν αντικοινωνική συμπεριφορά». Πρόκειται για μια καταπληκτική θέση που την επανέλαβε και ο εκπρόσωπος Χουρμουζιάδης του ΚΚΕ στην ΕΤ3 για το ίδιο θέμα!
• Στη φάση των ανακρίσεων η γραμμή ήταν να προστατευθούν οι φερόμενοι σαν δράστες αφού ήταν παιδιά, ενώ θα έπρεπε να δοθεί το βάρος στην εξιχνίαση του εγκλήματος και την ανεύρεση των δραστών. Έτσι δόθηκε χρόνος στους θύτες και στους συνενόχους τους να ετοιμάσουν την υπεράσπισή τους. Αυτό επίσης ελάφρωσε τις ευθύνες των δασκάλων για την άρνησή τους να αντιμετωπίσουν τη βία σε βάρος του θύματος καθώς και της στάσης τους για τις δημοσιογραφικές έρευνες όταν η βία αυτή έγινε δολοφονική.
• Η κατά κόρον αναφορά στην «θεωρία των κοινωνικών αιτίων» για την εξήγηση της εγκληματικότητας που πάντα καταλήγει στο γνωστό ότι «για όλα φταίει ο καπιταλισμός».

Ας δούμε όμως τις δύο θεωρίες που υποτίθεται ότι εξηγούν την παιδική εγκληματικότητα, αλλά που στην ουσία τη συγκαλύπτουν από κοντά.

Η «θεωρία των κοινωνικών αιτίων»

Η κεντρική θέση αυτής της θεωρίας λέει ότι τα παιδιά που κάνουν εγκληματικές πράξεις είναι το ίδιο θύματα με το θύμα, γιατί ενώ το θύμα πιθανά χάνει τη ζωή του, οι δράστες έχουν ήδη χάσει την ψυχή τους, αφού έχουν υποστεί βία, παραμέληση και οικονομική στέρηση από την καπιταλιστική κοινωνία. Αυτή η αντίληψη φτάνει ως την αθώωση κάθε λούμπεν εγκληματία. Στο τέλος υπάρχει μόνο ένας ένοχος που είναι ο καπιταλισμός. Όταν αυτό το σκεπτικό τραβηχτεί στα άκρα τότε και το θύμα μπορεί να μετατραπεί σε θύτη αρκεί να είναι αστός ή να σκέφτεται σαν αστός ακόμα και αν κοινωνικά είναι φτωχός. Ακόμα και ο μετανάστης Άλεξ μπορεί να πάρει μια χροιά θύτη αφού σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό έγινε αντικείμενο φθόνου των δραστών που ήταν παιδιά φτωχών εργατών γης επειδή αυτά δεν μπορούσαν να μάθουν πιάνο ή να παίζουν μπάσκετ όπως εκείνος που ήταν παιδί μιας μορφωμένης γυναίκας και ενός ιδιοκτήτη πρακτορείου προπό.
Αυτή η «ταξική» μέθοδος αποενοχοποίησης τη χρησιμοποιεί η ψευτοαριστερά επιλεκτικά σαν κεντρικό εργαλείο της δικιάς της πολιτικής δημαγωγίας. Έτσι αθωώνει το «εξεγερμένο» εγκληματικό λούμπεν όταν καταστρέφει τις φτωχές συνοικίες του Παρισιού ή αθωώνει τους δικούς της τραμπούκους που ταλαιπωρούν τον κόσμο κλείνοντας δρόμους και λιμάνια χωρίς να έχουν ρωτήσει κανέναν, σπάζοντας και καίγοντας μικρο-ιδιοκτησίες ή τελικά αθωώνει τους μαζικούς σφαγείς της Αλ Κάιντα. Τι κάνουν όλοι αυτοί οι τραμπούκοι, εκβιαστές και δολοφόνοι σύμφωνα με αυτούς; Τίποτα παραπάνω από το να ταλαιπωρούν ή ακόμα και να σφάζουν «συμβιβασμένους» και «εφησυχασμένους μικροαστούς» που δεν ενοχλούνται από την κοινωνική αδικία και τον ιμπεριαλισμό της αστικής τους τάξης.
Εκεί που κάθε φυσιολογικός άνθρωπος κατ αρχήν αναζητά το δολοφόνο και θέλει να αποκαλύψει το έγκλημά του και να το τιμωρήσει, ο ψευτοαριστερός καμώνεται πως θέλει προηγούμενα να ανακαλύψει τις κοινωνικές αιτίες που έσπρωξαν το δολοφόνο στο έγκλημα, αιτίες που δεν αργεί να τις βρει βέβαια στο κεφάλαιο και την ταξική κοινωνία γενικότερα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο εγκληματίας μπορεί να μένει ατιμώρητος μέχρι να καταργηθούν οι «κοινωνικές αιτίες» που γέννησαν και αυτόν και το έγκλημά του. Για τον προοδευτικό άνθρωπο το έγκλημα έχει πράγματι κοινωνικές αιτίες, αλλά αυτές οι αιτίες δεν αθωώνουν τον εγκληματία, ούτε ελαφρύνουν το έγκλημα του, απλά εξηγούν και αυτόν και εκείνο, δηλαδή δίνουν ιστορική - κοινωνική διάσταση στα ξεχωριστά πρόσωπα και στις ατομικές πράξεις τους. Ο ποινικός εγκληματίας όπως και ο φασίστας και ψευτοαριστερός εγκληματίας ακόμα και όταν προέρχεται κοινωνικά από το λαό δεν κάνει καμιά διάκριση ανάμεσα στον αστό και τον λαό. Δολοφονεί μάλιστα, ληστεύει ή εξαπατά πιο πολύ τη φτωχολογιά που είναι πιο ευάλωτη απέναντι στη βία και την απάτη γιατί δεν έχει ούτε τη γνώση, ούτε τα υλικά μέσα να αμυνθεί σε αυτές.

Η «θεωρία των μαθητικών επιδόσεων»

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία υπεύθυνος της εγκληματικότητας σε ότι αφορά τα ίδια τα σχολεία είναι «η πάση θυσία φροντίδα για τη βελτίωση των μαθητικών επιδόσεων». Σύμφωνα με τα συνδικαλιστικά όργανα των δασκάλων και των καθηγητών μέσης εκπαίδευσης αυτή η φροντίδα φέρνει την ανταγωνιστικότητα και τον ατομικισμό στην τάξη, αυτή χωρίζει τους καλούς από τους κακούς μαθητές και τελικά αυτή κάνει τους κακούς μαθητές εγκληματίες αφού αναζητούν την αναγνώριση σε άλλες επιδόσεις και σε «άλλες ομάδες». Πρόκειται για μια διαστροφική παιδαγωγική «θεωρία» που ενοχοποιεί κυρίως τους γονείς που θέλουν καλές επιδόσεις για τα παιδιά τους ενώ έχει το εξής προφανές πλεονέκτημα για τους δασκάλους που την υιοθετούν: Τους επιτρέπει να εξασφαλίζουν την ηθική υγεία των μαθητών κρατώντας μέτριες ή καλύτερα κακές τις επιδόσεις τους, πράγμα που είναι εντελώς απλό αρκεί οι ίδιοι να μη δουλεύουν. Με αυτόν τον τρόπο προφανώς θα κάνει και τα πρώτα του βήματα ακόμα και μέσα στο αστικό σχολείο ένας ιδιόρρυθμος κομμουνισμός που επιτυγχάνεται με την προς τα κάτω εξίσωση της γνώσης, δηλαδή ένας κομμουνισμός της άγνοιας. Πρόκειται μια παραλλαγή του πρωτόγονου κομμουνισμού ή του αγροτικού κομμουνισμού δηλαδή της ισότητας στην αθλιότητα την οποία ονειρεύτηκαν και έβαλαν στην πράξη οι ερυθροί Χμερ στην Καμπότζη. Η διαφορά ωστόσο του κομμουνισμού της ΔΟΕ και της ΟΛΜΕ, δηλαδή εκείνου του ΚΚΕ και του ΣΥΝ, από τον κομμουνισμό των Χμερ είναι ότι ο δεύτερος σήμαινε πολύ σκληρή δουλειά στην ύπαιθρο με υποτυπώδη εργαλεία, ενώ ο πρώτος σημαίνει απόλυτη τεμπελιά στην πόλη και καταστροφή των πιο σύγχρονων εργαλείων εκπαίδευσης και παραγωγής που μια κοινωνία είχε την ατυχία να εμπιστευτεί στην παρασιτική δημόσια υπαλληλία της.
Οι καλές σχολικές επιδόσεις των μαθητών είναι ο γενικός στόχος κάθε εκπαίδευσης από τη δουλοκτητική κοινωνία ως τις μέρες μας. Αυτό που αλλάζει είναι η ταξική διαστρωμάτωση μέσα στο σχολείο και η ταξική διαστρωμάτωση ανάμεσα στα ξεχωριστά σχολεία που δίνουν ανταγωνιστικό χαρακτήρα στην ατομική επίδοση ενώ είναι η κυρίαρχη ταξική λογική που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό αλλά όχι απόλυτα το χαρακτήρα της καλής επίδοσης, δηλαδή το τι εννοούμε όταν λέμε καλή επίδοση.
Σε ότι αφορά το πρώτο.
Τα παιδιά των μορφωμένων γονιών ή τα εύπορα παιδιά έχουν κατά μέσο όρο καλύτερες επιδόσεις. Η αστική τάξη έχει επίσης καλύτερα κατά μέσο όρο σχολεία από εκείνα που έχει η φτωχολογιά. Αυτές οι διαπιστώσεις δεν σημαίνουν ότι πρέπει να εγκαταλειφθούν οι καλές επιδόσεις σαν υποκινήτριες τάχα της ταξικής ανισότητας, αλλά ότι πρέπει από σήμερα κιόλας, ακόμα και μέσα στον καπιταλισμό, να υποχρεώσουμε την αστική τάξη να βοηθήσει τα παιδιά της φτωχολογιάς να ανεβάσουν τις ατομικές επιδόσεις τους τροφοδοτώντας τους με καλύτερους δασκάλους, με καλύτερα σχολεία, με περισσότερη φροντίδα στη μελέτη τους, με περισσότερη διδασκαλία για να αναπληρώσουν τη μικρότερη γονική στήριξη στο διάβασμα και τη χαμηλότερη επιστημονική κουλτούρα του κοινωνικού τους περίγυρου.
Όσο για τον ανταγωνισμό μέσα στο σχολείο αυτός δεν θα πάψει να υπάρχει όσο θα υπάρχει ταξικός ανταγωνισμός στην κοινωνία. Οι ξεχωριστές ατομικές επιδόσεις και τα ατομικά ταλέντα θα υπάρχουν πάντα και για την καλλιέργειά τους θα υπάρχει πάντα ανάγκη για δουλειά και συγκέντρωση δυνάμεων, ακόμα και για αυτοθυσία. Σε μια κοινωνία χωρίς τάξεις θα πάψουν αυτές οι επιδόσεις και αυτά τα ατομικά ταλέντα να παίρνουν ανταγωνιστικό περιεχόμενο αφού όλες οι ατομικές αρετές και όλα τα ατομικά ταλέντα θα μπαίνουν εθελοντικά και αυθόρμητα στην υπηρεσία της συλλογικότητας. Μόνο σε μια τέτοια κοινωνία θα πάψουν οι μαθητές να καταναγκάζονται από φιλόδοξους γονείς να αναπτύσσουν τα ταλέντα τους σαν ένα μέσο για γόητρο, υπεροχή και ταξική κυριαρχία. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να έχει εξαλειφθεί η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και τη χειρωνακτική εργασία.
Σε ότι αφορά το δεύτερο, δηλαδή το κριτήριο της επίδοσης.
Και αυτό έχει μια ταξική πλευρά αλλά δεν είναι ολότελα ταξικό. Μπορεί να μάθει κανείς μαθηματικά χωρίς να ξέρει καλή φυσική και αρκετά καλή φυσική χωρίς να έχει εμπλακεί στην πειραματική έρευνα και στην πάλη για την παραγωγή. Μπορεί κανείς να εκπαιδευτεί με μεταφυσικές μέθοδες ή να πάρει τη γνώση από την εκπαίδευση που συνδυάζει θεωρία και πράξη. Η γνώση που αποκτήθηκε με μεταφυσικές και αξιωματικές μέθοδες και με εντελώς ατομική προσπάθεια, όπως είναι η γνώση που δίνει κατά κανόνα το σημερινό αστικό σχολείο, δεν έχει σε γενικές γραμμές ούτε τη στερεότητα, ούτε το βάθος της γνώσης που αποκτήθηκε με μια υλιστική διαλεκτική μέθοδο διδασκαλίας η οποία συνδυάζει τη θεωρία και την ατομική μελέτη με το συλλογικό επιστημονικό πειραματισμό και τη συλλογική διαδικασία της παραγωγής.
Όμως κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να αρνηθεί τη σημερινή εκπαίδευση και την επακόλουθη γνώση επειδή αυτές καταχτιούνται με αστικές και ανταγωνιστικές μέθοδες, ούτε να συντρίψει γι αυτό το λόγο κάθε αξιολόγηση στο σχολείο και να ποδοπατήσει κάθε ατομική επίδοση. Είναι αλήθεια ότι όχι μόνο για τα παιδιά της φτωχολογιάς αλλά και για τα παιδιά της αστικής τάξης η σύγχρονη εκπαίδευση του χωρισμού της θεωρίας από την πράξη και του ατομικισμού έχει μέσα της την ταλαιπωρία, τη στειρότητα και την πλήξη αλλά ακόμα και σήμερα μένει από αυτήν την διαδικασία η κατάκτηση της χρήσιμης γνώσης που πάνω της θα οικοδομηθεί για άλλη δικαιότερη κοινωνία. Αν κάτι πρέπει να βασανίζει και να απασχολεί σήμερα τους αριστερούς ανθρώπους είναι ότι αυτή την γνώση θα την κρατάει σε ένα μεγάλο βαθμό για τον εαυτό της και θα αναπαράγει αυτή την κατοχή η αστική τάξη.
Απόδειξη ότι αυτοί που κατηγορούν τις επιδόσεις τάχα «των πλούσιων» σαν υπεύθυνες της εγκληματικότητας «των φτωχών» δεν είναι πραγματικοί απελευθερωτές αλλά εκμεταλλευτές και παράσιτα είναι ότι δεν θέλουν ούτε το σχολείο του επιστημονικού πειραματισμού και της παραγωγής, ούτε την κατάργηση της από καθέδρας αξιωματικής διδασκαλίας, ούτε καμιά αλλαγή στα πανεπιστήμια.
Την εγκληματικότητα δεν την φέρνουν οι καλές επιδόσεις των παιδιών των πλούσιων. Την εγκληματικότητα τη φέρνει η εγκατάλειψη των μαθητών και αρχι-υπεύθυνοι αυτής της εγκατάλειψης, ειδικά στη χώρα μας, είναι τα κόμματα της παραγωγικής υπονόμευσης και του παρασιτισμού και οι άνθρωποί τους στα σχολεία. Μέσα σε αυτό το μπλοκ που περιλαμβάνει γονείς, δήμους, διευθυντές και σχολικούς συμβούλους την πιο περίοπτη θέση έχουν οι δάσκαλοι του παρασιτισμού και του σαμποτάζ, οι δάσκαλοι εκείνοι που συνειδητά ενώνονται με το λούμπεν της τάξης που σχηματίζεται κάτω από τα αδιάφορα ή και «στοργικά» μάτια τους επειδή οι ίδιοι αυτοί δάσκαλοι είναι επίσης τμήμα του λούμπεν προλεταριάτου και μάλιστα του χειρότερου, εκείνου που ζει από την κρατική επαιτεία. Η κύρια αιτία της εγκληματικότητας στη χώρα μας είναι ότι η αστική τάξη έχει παρατήσει τα παιδιά των πιο άθλιων φτωχών ανθρώπων σε άθλια σχολεία και σε άθλιους ή το πιο συχνά σε απελπισμένους από την αδυναμία τους να αλλάξουν αυτήν την κατάσταση δασκάλους. Αυτά είναι τα παιδιά που δεν έχουν μέλλον.

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ

Ενώ όλη η Ευρώπη συζητάει εδώ και δυο δεκαετίες για την αυξανόμενη βία στα σχολεία και προσπαθεί με χίλιες μεθόδους, με κρατικές παρεμβάσεις, με παρεμβάσεις ειδικών και κυρίως με παρεμβάσεις των οργανώσεων των γονιών και των δασκάλων να την αντιμετωπίσει σαν το υπ αριθμόν ένα πρόβλημα της εκπαίδευσης, στην Ελλάδα αυτό δεν ήταν ποτέ πρόβλημα γιατί δεν υπήρξε σα γεγονός. Εδώ δεν υπάρχει καμιά οργάνωση του λαού για την αντιμετώπιση τέτοιων κοινωνικών φαινομένων. Οι άνθρωποι είναι ανοργάνωτοι απέναντι σε τέτοια φαινόμενα και οι μόνες οργανώσεις που υπάρχουν είναι οργανώσεις των κομματικών εγκάθετων.
Αν ας πούμε μερικοί καλοπροαίρετοι και δημοκρατικοί άνθρωποι επιχειρήσουν να πάρουν στα χέρια τους ένα σύλλογο γονέων στο πιο μικρό σχολείο της χώρας και να ανοίξουν το σχολείο αυτό στους γονείς και στην κοινωνία, θα δοκιμάσουν πόλεμο από τους χειρότερους γονείς που θα κυριαρχούν σαν κομματικοί εγκάθετοι στο ΔΣ, πόλεμο από τους χειρότερους δασκάλους που θα κυριαρχούν στο Σύλλογο των δασκάλων, πόλεμο πιθανότατα από το διευθυντή του σχολείου, πόλεμο οπωσδήποτε από τη Σχολική Επιτροπή που είναι καλά πιασμένη από το Δήμο, από το ΔΣ των γονιών, πόλεμο από την τοπική Ένωση Γονέων που σα δευτεροβάθμιο όργανο κυριαρχείται από τα χειρότερα κατακάθια, πόλεμο από την Επιτροπή Παιδείας του Δήμου, πόλεμο από το δευτεροβάθμιο όργανο της ΔΟΕ, πόλεμο πιθανότατα από το τοπικό γραφείο εκπαίδευσης και από το σχολικό σύμβουλο που εξαιτίας ενός σχολικού δημοκρατικού κινήματος μπορούν να χάσουν την ησυχία τους.
Αν λοιπόν οι καλοπροαίρετοι αυτοί γονείς έχουν αρκετό πείσμα και επαγγελματισμό για να διεξάγουν και να νικήσουν σε όλους αυτούς τους πολέμους, πράγμα που σημαίνει ότι θα έχουν κινηθεί σε ευρύτερη κλίμακα και θα έχουν φτάσει σε σύγκρουση με τα βαθιά βρώμικα νερά της τοπικής εξουσίας, τότε θα δοκιμάσουν τα υπόλοιπα στημένα όργανα του εχθρού, όπως τα διάφορα συνδικαλιστικά όργανα σφραγίδες, διάφορες παρακρατικές «μη κυβερνητικές» οργανώσεις, τα όργανα σφραγίδες τύπου «Συνήγορος των Παιδιών», και τελικά και τα κεντρικά όργανα επιβολής της τάξης, τον κεντρικό τύπο κλπ.
Αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο οι γονείς του σχολείου της Βέροιας στο οποίο πήγαινε ο Άλεξ δεν μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν και να αντιδράσουν στη βία σε εκείνο το σχολείο και στην πόλη ευρύτερα για μια ολόκληρη περίοδο. Αυτός είναι ο λόγος που η Βέροια έμεινε σιωπηλή και αντέδρασε μόνο όταν η υπόθεση πήρε μεγάλη δημοσιότητα. Αυτός είναι ο λόγος που ως τότε δεν υπήρχαν μάρτυρες του εγκλήματος. Μόνο μετά την πρώτη έκρηξη της δημοσιότητας οι γονείς του συγκεκριμένου σχολείου μαζεύτηκαν και διαμαρτυρήθηκαν για τη στάση του ΔΣ των γονιών και των δασκάλων του σχολείου όλο αυτόν τον καιρό. Ο κόσμος νιώθει τι σημαίνει καθεστώς.
Η υπόθεση της Βέροιας αποδείχνει ότι αν μια απαγορευμένη κοινωνική ζύμωση περάσει τα τοπικά πλαίσια και αποκτήσει εύρος και κάποια πολιτική διάσταση και απειλήσει να μετατραπεί σε κίνημα, όπως για παράδειγμα εκείνο για την καταγγελία των συμμοριών ανηλίκων, ή εκείνο για την καταγγελία των υπευθύνων της σχολικής ζωής και για την καταγγελία των τοπικών αρχών, θα δοκιμάσει οπωσδήποτε τελικά τον τηλεοπτικό αποκλεισμό.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε αντίσταση είναι καταδικασμένη; ΟΧΙ. Κάθε αντίσταση, τοπική ή κεντρική, από το λαό ή από την αστική τάξη, αφήνει πίσω της ένα πολύτιμο φορτίο στις συνειδήσεις και συσσωρεύει κοινωνική και πολιτική πείρα. Τίποτα δεν πάει χαμένο. Και μόνο το γεγονός ότι το καθεστώς χρειάστηκε να επιβάλει βία στα κανάλια για να σταματήσει τις επικίνδυνες ζυμώσεις για τη βία στα σχολεία, δείχνει ότι η μεγάλη πλειοψηφία του λαού είναι υγιής και αντιστέκεται.
Μόλις δηλαδή οι συζητήσεις άνοιξαν για τα καλά επενέβη ο κρατικός «Συνήγορος του παιδιού» για να ζητήσει την επέμβαση του ΕΣΡ. Αμέσως μετά πήρε τη σκυτάλη η ΕΣΗΕΑ. Αυτή που ποτέ της δεν διαμαρτυρήθηκε για τις δεκάδες τηλεοπτικές εκκαθαρίσεις-ηθικές δολοφονίες πολιτικών στελεχών πριν υπάρξει οποιαδήποτε αστυνομική και δικαστική έρευνα. Από την πλευρά του ο αναπληρωτής γ.γ της ΈΣΗΕ Μακεδονίας - Θράκης Μάκης Βοϊτσίδης, μιλώντας στο ΣΚΑΪ 100,3 - άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο η Ένωση να κινηθεί πειθαρχικά εναντίον μελών της. Αμέσως μετά το ΕΣΡ κάλεσε για εξηγήσεις υπεύθυνους από τα τρία τηλεοπτικά κανάλια «ΑΛΤΕΡ», «ΑΝΤ1» και «ΣΤΑΡ», εντοπίζοντας παραβάσεις στο τρόπο παρουσίασης της εξαφάνισης του ανηλίκου.
Έτσι άφησαν μόνες τις ΔΟΕ-ΟΛΜΕ να "φυλάνε" τα παιδιά μας!

Εκείνο που θέλουμε να πούμε είναι ότι για να οργανωθεί η αυθόρμητη αντίσταση στο τοπικό επίπεδο και στο κάθε επιμέρους πρέπει να υπάρξει πολιτική γραμμή στο κεντρικό επίπεδο και πολιτική γνώση σε κάθε επιμέρους αυθόρμητη αντίσταση. Μόνο μια συνολική κατανόηση αυτής ακριβώς της «διάχυτης δικτατορίας» μπορεί να δώσει συνείδηση στις μερικές αντιστάσεις, να τις δώσει τελικά κεντρική δύναμη και να τις κάνει νικηφόρες.
Οι αντιστάσεις μπορεί να είναι νικηφόρες γιατί ο διάχυτος εχθρός που πολεμάμε έχει δυο καίριες αδυναμίες. Η μία είναι ότι έχει χάσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας που διαρκώς απομακρύνεται από τα διαβρωμένα όργανά του και αφήνουν μόνους τους εγκαθέτους να φυλάνε τις σφραγίδες τους, και η άλλη είναι ότι ο εχθρός κινεί μεγάλες δυνάμεις μόνο μέσω της συνωμοσίας και της προβοκάτσιας. Ο εχθρός ενώνει εναντίον του λαού και εναντίον της δημοκρατίας δυνάμεις κοινωνικές και πολιτικές πολύ υπέρτερες από τον ίδιο, δυνάμεις που όμως δεν ελέγχει. Αυτές οι δυνάμεις έχουν άπειρες αντιθέσεις με αυτόν που αν τις αξιοποιήσουμε μπορούμε να πετύχουμε μεγάλες νίκες.
Μπορούμε να ενώσουμε αυτές τις υπέρτερες δυνάμεις ενάντια τους, μπορούμε αρκεί να τις διαφωτίσουμε και να τους δείξουμε το δρόμο της αντίστασης συσπειρώνοντας κατ αρχήν ό,τι το πιο υγιές και διορατικό μέσα στις πιο καταπιεσμένες τάξεις. Αυτός είναι ένας μακρύς αλλά σίγουρα νικηφόρος δρόμος.