Η Κίνηση “Παιδεία για Δημοκρατία και Ανάπτυξη”, παρά το ότι συγκροτήθηκε κυρίως από εκπαιδευτικούς με την πολιτική υποστήριξη της Οργάνωσης για την Ανασυγκρότηση του ΚΚΕ (ΟΑΚΚΕ), θα είναι μια κίνηση των μαθητών, των φοιτητών, των γονιών και των εκπαιδευτικών. Η Κίνηση δεν είναι κομματική οργάνωση, επομένως η συμμετοχή σ’ αυτήν προϋποθέτει τη συμφωνία μόνο με τις αρχές της.

Για την Κίνηση “Παιδεία για Δημοκρατία και Ανάπτυξη”

Γιάννης Μπουρίτης, εκπαιδευτικός, Αθήνα, 6972897768
Άννα Διπλαράκη, εκπαιδευτικός, Κυπαρισσία
Θανάσης Κοφίνας, εκπαιδευτικός, Λάρισα
Άννα Παλαβιτσίνη, εκπαιδευτικός, Αθήνα
Γιάννης Νικολόπουλος, εκπαιδευτικός, Αθήνα
Χρήστος Λασκαρίδης, εκπαιδευτικός, Ηράκλειο Κρήτης,6946050316

 

Ιδρυτική Διακήρυξη της Κίνησης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Διάλυση, χειραγώγηση και αλλοτρίωση κυριαρχούν στην εκπαίδευση. Η ελεύθερη δημοκρατική διακίνηση ιδεών σ’ έναν κατεξοχήν χώρο διακίνησής τους, την εκπαίδευση, έχει στην πράξη καταρ-γηθεί από την ίδια τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που, ενώ εμφανίζεται σαν προοδευτική και αριστερή ή ακόμα και επαναστατική, υιοθετεί στην πράξη όλο και περισσότερο συντηρητικές, ακό-μα και ανοιχτά αντιδραστικές ιδεολογικές και πολιτικές πρακτικές. Αυτή η αρνητική κίνηση επιβα-ρύνεται από τις ανοιχτά ακροδεξιές και υπερσυντηρητικές αναβιώσεις μέσα στο σύνολο του ιδεο-λογικού μηχανισμού του κράτους. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα καμιά βαθιά κριτική στο συνο-λικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι δυνατή, αν δεν ξεκινήσει πρώτα-πρώτα ως κριτική εκείνου που εμφανίζεται ως επίσημη και έγκυρη εκπαιδευτική πρωτοπορία.
Όλοι οι σοβαροί παρατηρητές, αλλά και η πλατιά κοινή γνώμη σήμερα διακρίνουν, για παρά-δειγμα, ότι το βασικό πρόβλημα της εκπαίδευσης στη χώρα μας είναι η επιταχυνόμενη διάλυση και η υποβάθμιση του μορφωτικού επιπέδου και της μαθησιακής λειτουργίας των εκπαιδευτικών ιδρυ-μάτων σε όλες τις βαθμίδες, ιδιαίτερα στις ψηλότερες. Σ’ αυτό το συμπέρασμα καταλήγουν όλες οι στατιστικές, που βεβαιώνουν την απομάκρυνση της χώρας μας από τις άλλες ανεπτυγμένες στο μορφωτικό επίπεδο των μαθητών, των αποφοίτων κτλ. Όλοι συμφωνούν ότι ποτέ άλλοτε η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν ήταν τόσο άθλια στα πανεπιστήμια, ποτέ δεν ήταν τόσο πληκτική και κούφια στα Λύκεια, ποτέ τόσο τελματωμένη στα Δημοτικά. Ποτέ η αποσύνθεση δεν ήταν τόσο ισχυρή, ώ-στε όλο και περισσότερο οι παλιότεροι εκπαιδευτικοί να αναπολούν το σχολείο των προηγούμενων δεκαετιών. Το αποτέλεσμα είναι ότι ήδη εκδηλώνεται μια αντιδραστική συντηρητική αναβίωση και κάθε λογής βρυκόλακες βρίσκουν ευκαιρία να μιλήσουν ενάντια σε κάθε πολιτικό δημοκρατισμό και σε κάθε εκπαιδευτικό νεωτερισμό ως το βασικό υπεύθυνο του κακού.
Η απάντηση της επίσημης συνδικαλιστικής ηγεσίας των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων σ’ αυτά τα φαινόμενα είναι είτε η υποβάθμισή τους είτε μια ερμηνεία τους που στόχο έχει να τα συ-ντηρήσει. Ο κύριος άξονας όλων των ερμηνειών τους είναι βασικά ο οικονομίστικος μύθος ότι ο κύριος ένοχος όλων των κακών είναι η ιδιωτική αστική τάξη, που γι’ αυτούς είναι το κυρίαρχο τμή-μα της αστικής τάξης στην Ελλάδα. Σύμφωνα μ’ αυτούς, η αστική τάξη των ιδιωτών ληστεύει το κράτος και έτσι δε μένουν σ’ αυτό το κράτος λεφτά, με τα οποία θα πληρωθούν όσοι επιπλέον εκ-παιδευτικοί χρειάζονται, για να γίνει μπροστά σε λίγους εκπαιδευόμενους το μάθημα που πρέπει, ούτε λεφτά για να κατασκευαστούν οι νέες αίθουσες που χρειάζονται, για να μειωθεί ο αριθμός των εκπαιδευομένων ανά εκπαιδευτικό. Λένε ακόμα ότι αυτή η αστική τάξη θέλει μόνο ιδιωτική εκπαί-δευση, γι’ αυτό θέλει να διαλύσει την κρατική. Καμιά φορά περνάνε και σε κριτική της ποιότητας των διδακτικών εγχειριδίων, ακόμα και της αστικής μεθόδου διδασκαλίας, αλλά αυτό μόνο για να δείξουν ότι μπορούν να βλέπουν και πιο βαθιά. Όμως στην ουσία πάντα μιλάνε για λεφτά και πάντα ζητάνε να τους αναγνωριστεί περισσότερη εξουσία στο σχολείο, πράγμα που μεταφράζεται στα συνθήματα «περισσότερη αξιοπρέπεια» και «όχι αξιολόγηση από το αστικό κράτος», που το θυμού-νται μόνο σ’ αυτή την περίπτωση ως αστικό, ενώ κατά τα άλλα θέλουν κρατικοποίηση όλης της εκ-παίδευσης.
Εμείς είμαστε της άποψης ότι αυτό το οικονομίστικο παραμύθι πρέπει να τελειώσει. Η παιδεία δε διαλύεται επειδή δεν υπάρχουν λεφτά γι’ αυτήν. Άλλωστε όσο περισσότερα παίρνει τόσο περισσό-τερο διαλύεται. Διαλύεται γιατί την παιδεία την ελέγχει και την κινεί εδώ και δεκαετίες ένας όλο και πιο ισχυρός μειοψηφικός παρασιτικός γραφειοκρατικός μηχανισμός μέσα της, ο οποίος αποτελείται κυρίως από εκπαιδευτικούς. Αυτός ο μηχανισμός σπαταλάει όποια και όσα κεφάλαια πέφτουν σ’ αυτήν, πνίγει κάθε δημιουργική πρωτοβουλία της μεγάλης πλειοψηφίας των εκπαιδευτικών, περι-θωριοποιεί με σύστημα τους μαθητές και τους απομακρύνει από κάθε βαθιά σχολική διεργασία, α-πεχθάνεται και πετάει έξω από τα σχολεία τους γονείς επειδή τρέμει τον έλεγχό τους, τσακίζει ό-ποιαδήποτε προοδευτική μεταρρυθμιστική προσπάθεια από τα πάνω και κάθε αξιολόγηση είτε από τα πάνω είτε από τα κάτω. Τελικά αυτός ο μηχανισμός έχει γίνει το πραγματικό κράτος μέσα στο κράτος, ο αληθινός ηγεμόνας και δικτάτορας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Αυτός ο παρασιτικός μηχανισμός έχει επικεφαλής του μια συνδικαλιστική μειοψηφία που με τη σειρά της καθοδηγείται ενιαία σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες από ένα κοινό πολιτικό επιτελείο με διακομματικά χαρακτηριστικά. Είναι αυτή η συνδικαλιστική ηγετική μειοψηφία που συμφωνεί σε διακομματικό επίπεδο εκείνη που κυριαρχεί στην ΠΟΣΔΕΠ, στην ΟΛΜΕ και στη ΔΟΕ. Αυτή η μειοψηφία διοικεί όχι τη μεγάλη μάζα των εκπαιδευτικών, που της έχει γυρίσει την πλάτη εδώ και χρόνια και δεν ακούει ούτε τις θέσεις της ούτε τα απεργιακά καλέσματά και τις αποφάσεις της, αλ-λά διοικεί ένα στρατό από τους πιο διεφθαρμένους ή τους πιο τεμπέληδες ή τους πιο παραιτημένους εκπαιδευτικούς σε όλες τις βαθμίδες. Το στρατό αυτό ονομάσαμε παρασιτικό και είναι ένας ταξικός στρατός, γιατί έχει να υπερασπιστεί ένα βασικό υλικό ιδιοτελές συμφέρον: να απομυζά το κρατικό και κοινοτικό χρήμα, είτε με τη μορφή ενός μισθού που δεν αντιστοιχεί σε πραγματικό χρόνο εργα-σίας, είτε χρησιμοποιώντας το σχολείο ως χώρο προμήθειας ιδιαίτερων μαθημάτων ή το πανεπιστή-μιο ως χώρο ανύπαρκτων ή ασήμαντων ερευνητικών προγραμμάτων, είτε χρησιμοποιώντας τον εκ-παιδευτικό συνδικαλισμό ως εφαλτήριο σε θέσεις που οδηγούν στις ανώτερες και ανώτατες βαθμί-δες της πολιτικής εξουσίας.
Αυτός ο παρασιτικός γραφειοκρατικός στρατός ζει στο μεγάλο του όγκο μικροαστικά, αλλά κάθε φιλοδοξία του για υλική και ηθική άνοδο την έχει συνδέσει ενστικτώδικα με την κατάκτηση όσο το δυνατόν περισσότερου εδάφους κρατικής εξουσίας μέσα στον εκπαιδευτικό μηχανισμό ή και ευρύ-τερα. Ξέρει ότι αυτό το έδαφος μπορεί να το κατακτήσει μόνο αν ακολουθήσει νέα, ισχυρά τμήματα της αστικής τάξης στο δρόμο τους προς την εξουσία και μόνο αν εκτοπίσει για λογαριασμό τους την παλιά αστική τάξη και πάρει τη θέση του δικού της παλιού γραφειοκρατικού μηχανισμού. Γι’ αυτό μιλάει πάντα αντικαπιταλιστικά, μιλάει στο όνομα όλου του λαού και ενάντια στα τμήματα της αστικής τάξης που είναι προς εκτοπισμό. Μιλάει βασικά ενάντια στη δυτικόφιλη αστική τάξη και στο δυτικό ιμπεριαλισμό. Αυτός είναι ο λόγος που καταφέρεται ενάντια στην όλο και πιο αδύναμη στην Ελλάδα φιλελεύθερη ιδιωτική αστική τάξη και διαδηλώνει υπέρ του κρατικού μονοπωλίου. Εκείνο που κάνει στην πραγματικότητα, και το κρύβει σχολαστικά, είναι να ακολουθεί τα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης που αποφάσισαν να δέσουν τον εαυτό τους και τη χώρα πίσω από τους ανερχόμενους ανατολικούς ιμπεριαλισμούς, και βασικά το ιμπεριαλιστικό μέτωπο Ρωσίας-Κίνας. Το μέτωπο αυτό επιδιώκει μέσα από τον πόλεμο και το φασισμό την ανατροπή του κυρίαρχου οικο-νομικά δυτικού ιμπεριαλιστικού μονοπωλίου που έχει επικεφαλής τις ΗΠΑ και την εγκατάσταση της δικιάς του παγκόσμιας ηγεμονίας. Αυτήν την ανατροπή μπορεί να την πετύχει μόνο με τον πό-λεμο στο εξωτερικό και το φασισμό στο εσωτερικό. Οι δυτικοί ιμπεριαλιστές, αντίθετα, επειδή δια-θέτουν την παγκόσμια οικονομική κυριαρχία, μπορούν να διατηρήσουν το σημερινό ιμπεριαλιστικό στάτους κβο με πολιτικά, κυρίως, μέσα.
Τα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης που ακολουθούν τον ανατολικό φασιστικό άξονα απο-κτούν την οικονομική τους ισχύ μέσα από την άλωση της κρατικής μηχανής, δηλαδή μέσα από την πολιτική. Μόνο μέσα από την πολιτική και το κράτος μπορούν να αποκτήσουν οικονομική δύναμη. Αυτό συμβαίνει με τη νέα ανατολική ολιγαρχία (Κόκκαλης, Μπόμπολας, Μυτιληναίος, Κοπελού-ζος, Γερμανός), που έγινε οικονομικά κυρίαρχη μέσα σε δυο δεκαετίες. Αυτό επίσης συμβαίνει και με τις κρατικές και κομματικές κλίκες που έχουν πλουτίσει από τη διαφθορά και το κρατικό και κοινοτικό χρήμα στην πόλη και στην ύπαιθρο. Μόνο μέσα από το κράτος και την πολιτική εξουσία μπορούν τέτοια μεσαία στρώματα να αποσπάσουν κάποιο τμήμα οικονομικής και κοινωνικής εξου-σίας. Αυτή η σχέση τους με το κράτος δένει αυτά τα στρώματα με τη νέα κρατικοδίαιτη ολιγαρχία και τους ανατολικούς ιμπεριαλισμούς.
Το κοινό χαρακτηριστικό όλης αυτής της νέας κρατικοδίαιτης αστικής τάξης, μικρής ή μεγάλης, είναι η αριστερή και λαϊκίστικη φρασεολογία και η υπερδεξιά πολιτική και κοινωνική πρακτική της.
Αυτός είναι ο λόγος που βλέπει κανείς τελευταία αυτό το είδος της παράξενης «Αριστεράς», αυ-ταρχικής και επηρμένης, να συνταυτίζεται με τους ακροδεξιούς και φασίστες στον αντιαμερικανι-σμό, στον αντιδυτικισμό, στον αντιφιλελευθερισμό, στη λατρεία του κράτους και, τελικά, στην κρυφή ή ανοιχτή υποστήριξη όλων των ανατολικών και τριτοκοσμικών φασισμών. Αυτή η βαθιά κοινή γραμμή είναι η πολιτική βάση εκείνου του εντελώς σύγχρονου πολιτικού εκτρώματος που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε φαιοκόκκινο μέτωπο.
Η αργή καταστροφή του σχολείου δεν οφείλεται μόνο στο ότι υπάρχει κάποια πολιτική και συν-δικαλιστική αντίδραση που έχει την κυριαρχία μέσα στα σχολεία. Οφείλεται κυρίως στο ότι αυτή η κυριαρχία είναι ανεμπόδιστη, και είναι ανεμπόδιστη γιατί δεν υπάρχει πουθενά συγκροτημένη μια αληθινά προοδευτική και αριστερή αντιπολίτευση που να μπορεί έστω και μειοψηφικά να την αμ-φισβητήσει. Οι προοδευτικοί, οι δημοκράτες, οι αριστεροί εκπαιδευτικοί, οι γονείς, οι φοιτητές και οι μαθητές είναι μια πελώρια μάζα. Αποτελούν στην πραγματικότητα συνολικά μια τεράστια πλειο-ψηφία. Το πρόβλημα είναι ότι κάθε πρωτοπόρος και τίμιος άνθρωπος αδυνατεί να αντιπαρατεθεί αυθόρμητα και μεμονωμένα σ’ αυτήν την ιδεολογικά και πρακτικά οργανωμένη ψεύτικη πρόοδο. Στο βάθος δε συλλαμβάνει, ακόμα περισσότερο διστάζει να αποδεχτεί το γεγονός ότι μπορεί κάτι που φαίνεται τόσο αριστερό να είναι τόσο αντιδραστικό. Ο ψευτοαριστερός στρατός γνωρίζει πολύ καλά αυτό το πρόβλημα και φροντίζει να επισείει πάνω από τον κάθε προωθημένο και τολμηρό α-ριστερό «αμφισβητία» τον πέλεκυ του χαρακτηρισμού «αντιδραστικός», «δεξιός», ακόμα και «πρά-κτορας του κεφαλαίου». Είναι γεγονός ότι αυτή η ιδεολογική τρομοκρατία πιάνει όλο και λιγότερο, αλλά το ζήτημα είναι οι άνθρωποι να απελευθερωθούν όλο και πιο γρήγορα από αυτήν, πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο αν μια αληθινή Αριστερά και ένας αληθινός δημοκρατισμός αντιπαρατεθούν στην ψεύτικη Αριστερά και στη φαιοκόκκινη αντίδραση και συγκροτηθούν πολιτικά και συνδικαλι-στικά απέναντί τους σε όλα τα επίπεδα. Μόνο μια αληθινή Αριστερά μπορεί να νικήσει την ψεύτικη και να απελευθερώσει όλες τις προοδευτικές δυνάμεις που σήμερα είναι φυλακισμένες ακόμα και ως οπαδοί και ως ψηφοφόροι στις αυτοαποκαλούμενες αριστερές και δημοκρατικές παρατάξεις.
Αυτό είναι το νόημα της Κίνησης που συγκροτήσαμε εμείς και ο λόγος που υποβάλλουμε τις πα-ρακάτω σκέψεις και προτάσεις για συζήτηση.

TO ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙ ΤΗ ΦΑΙΟΚΟΚΚΙΝΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

Η ιδεολογική εικόνα του κόσμου την οποία καλλιεργεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι η σύμφυση του κλασικού κρατικού και εθνικού «σοσιαλισμού» με τη φαιοκόκκινη «ταξική, εργατί-στικη» ιδεολογία του στρατοκρατικού μονοπωλίου ανατολικού τύπου. Αυτή η ιδεολογική γραμμή αντιστοιχεί στην πολιτική της πρόσδεσης της χώρας μας στο άρμα των ανατολικών φασισμών και στη λειτουργία της ως ενδιάμεσου κρίκου ανάμεσα στη Δυτική Ευρώπη και τον γεωπολιτικό άξονα Ρωσίας-Κίνας-Ιράν. Πιο ειδικά, αυτή η πολιτική εντάσσει την Ελλάδα στα πλαίσια του λεγόμενου “ορθόδοξου τόξου”, που είναι ένα άλλο όνομα για τη ρώσικη διπλωματία στα Βαλκάνια. Αρκεί να δει κανείς τη διαμόρφωση και τον ταχύτατο γιγαντισμό της νέας κρατικοδίαιτης ολιγαρχίας που ξε-πήδησε από τους δεσμούς της με τη Ρωσία (Κόκκαλης, Μπόμπολας κτλ.), για να καταλάβει ποια είναι η στρατηγική κατεύθυνση της κυρίαρχης κρατικής πολιτικής στην Ελλάδα. Στη βάση αυτής της κυρίαρχης ιδεολογικής κατεύθυνσης πρέπει να εμποδιστεί οτιδήποτε κάνει την Ελλάδα μια σύγ-χρονη και ισχυρή βιομηχανική χώρα και τη δένει ως τέτοια με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που επικεφαλής του σύγχρονου αντιδυτικισμού είναι οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις που καθοδηγούν κάθε αντιβιομηχανικό και αντιαναπτυξιακό κίνημα στη χώρα μας. Πρό-κειται κυρίως για τη σημερινή λεγόμενη Αριστερά, που χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ακολου-θεί τη ρώσικη ιμπεριαλιστική πολιτική σε όλες της τις μεταμορφώσεις.
Μέσα λοιπόν στα πλαίσια αυτής της κυρίαρχης στρατηγικής ο έλληνας εκπαιδευόμενος διδάσκε-ται να μισεί τη Δύση όχι με την έννοια του δυτικού ιμπεριαλισμού, όπως την εννοούσαν οι αντι-δραστικοί της εποχής της αμερικανοκρατίας, αλλά τη Δύση με την έννοια της πολιτικοκοινωνικής κουλτούρας του αστικού δημοκρατικού Διαφωτισμού, αλλά και του πραγματικά μαρξιστικού προ-λεταριακού Διαφωτισμού. Συγκεκριμένα, ο εκπαιδευόμενος διδάσκεται με πλάγιο ή ευθύ τρόπο να απεχθάνεται την ανάπτυξη και την πρόοδο, τα σύγχρονα επιστημονικά και τεχνολογικά ρεύματα, και τελικά τη βιομηχανία και την παραγωγή. Ακόμα διδάσκεται να οχυρώνεται πίσω από τον σοβι-νιστικό αντιιμπεριαλισμό και τον μικροαστικό αντικαπιταλισμό, για να προστατευθεί από τα προο-δευτικά παραγωγικά και πολιτιστικά κύματα που ακόμα και κάτω από την καθοδήγηση της αστικής τάξης σπάνε τα κρατικά σύνορα και φέρνουν από στρατηγική άποψη πιο κοντά τους λαούς και τις κοινωνικές επαναστάσεις.
Η διακομματική εκπαιδευτική συνδικαλιστική γραφειοκρατία υπό την ηγεσία της «Αριστεράς», με τη δύναμη που της δίνει η κάλυψη ή και η συνεργασία ορισμένων τμημάτων των κυβερνήσεων και όλων των κομματικών ηγεσιών, και πιο πολύ με τη δύναμη που της δίνει ο νευραλγικός της ρό-λος μέσα στο σημερινό κρατικό εκπαιδευτικό μηχανισμό, ακυρώνει στην πράξη οτιδήποτε θετικό στην αστική εκπαιδευτική πολιτική. Ιδιαίτερα σαμποτάρει καθετί που έρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την ΕΕ η κρατικοκομματική εκπαιδευτική υπαλληλία καταναλώνει μόνο το χρήμα των διάφορων προγραμμάτων, αλλά σαμποτάρει το περιεχόμενό τους. Σαμποτάρει τις ευρωπαϊκές πολι-τικές παιδείας, οι οποίες σήμερα σε όλους τους τομείς βρίσκονται πολύ πιο μπροστά από τη διαλυ-μένη και όλο και πιο καθυστερημένη ελληνική δημόσια εκπαίδευση όλων των βαθμίδων. Σε τελική ανάλυση, αυτή η γραφειοκρατία είναι σε ανειρήνευτη αντίθεση όχι μόνο με τους μαθητές, τους φοι-τητές και τους γονείς, αλλά και με την πλειοψηφία των ίδιων των εκπαιδευτικών, που σε γενικές γραμμές αρνούνται να βυθιστούν στον παρασιτισμό και να υποταχθούν στην εξουσία των συνδικα-λιστών “προστατών” τους.

ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΕΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΒΟΗΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟΚΡΑΤΙΚΟ ΑΞΟΝΑ

Η ελληνική κρατική πολιτική ταυτίζεται μόνο τυπικά με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις. Το κράτος υιοθετεί αναγκαστικά αυτές τις κατευθύνσεις εξαιτίας των συμφωνιών του με την ΕΕ, αλλά στην πράξη, κάτω από την πίεση των πιο αντιδραστικών κομματιών της άρχουσας τάξης που ηγεμονεύ-ουν μέσα του, τις μετατρέπει στο αντίθετό τους, δηλαδή τις βάζει να υπηρετούν την αντιευρωπαϊκή-αντιδυτική και τελικά φιλοανατολική αντιαναπτυξιακή πολιτική αυτών των κομματιών της άρχου-σας τάξης. Έτσι οι αντιδραστικές εκπαιδευτικές ηγεσίες απορρίπτουν ολόκληρη την ευρωπαϊκή πο-λιτική, το ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ, τη διακήρυξη της Μπολώνιας και την ενοποίηση της έρευνας, που τυπικά υποτίθεται ότι αποτελούν την εκπαιδευτική πολιτική της χώρας• με δυο λόγια σαμποτάρουν την ίδια την επίσημη κρατική πολιτική που υποτίθεται ότι εφαρμόζουν! Η διακομματική γραφειοκρατία της εκπαίδευσης προωθεί από κοινού το εκπαιδευτικό σαμποτάζ. Δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική διαφω-νία ανάμεσα στην ψευτοαριστερά, στη Δεξιά και στο κέντρο αυτής της γραφειοκρατίας, τουλάχι-στον σε επίπεδο κορυφής.
Η διάλυση της εκπαίδευσης οφείλεται σ’ αυτό το παρατεταμένο μορφωτικό σαμποτάζ, που είναι απλό συμπλήρωμα του ευρύτερου παραγωγικού σαμποτάζ των δύο-τριών τελευταίων δεκαετιών. Η απομόνωση της εκπαίδευσης από την παραγωγή και την κοινωνία, από την πράξη και τον πειραμα-τισμό, από τη σύγχρονη επιστήμη και την τεχνολογία, έχει ως αποτέλεσμα την υπονόμευση του ε-πιστημονικού πνεύματος των μαζών, τη μείωση των σύγχρονων γνώσεων και δεξιοτήτων του λαού και, επομένως, και τη σχετική μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης. Το εκπαιδευτικό σαμποτάζ φέρνει σε αναντιστοιχία την εργασία με τις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις, παρεμβάλλει δυσκο-λίες στην ένωση της εργασίας με τα μέσα της παραγωγής και τελικά σαμποτάρει την παραγωγή και όλους γενικά τους υλικούς και πνευματικούς όρους της κοινωνικής ζωής. Στόχος του εκπαιδευτικού σαμποτάζ είναι να απομακρύνει εντελώς την Ελλάδα από τις επιστημονικοτεχνικά ανεπτυγμένες χώρες και να τη ρίξει σε μια κατάσταση μιζέριας και μειονεξίας ταυτόχρονα, που θα είναι ιδανική για την εξάρτησή της από τον ανατολικό στρατοκρατικό άξονα.

ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΩΡΕΑΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

Το κεντρικό πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στο λαό και στην εξουσία, αλλά και ανάμεσα στις διά-φορες μερίδες της αστικής τάξης στα εκπαιδευτικά ζητήματα, είναι πάντα το αναλυτικό πρόγραμμα. Το τι είδους πρόγραμμα θα υιοθετηθεί είναι ζήτημα συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων. Οι κυ-βερνήσεις και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία εφάρμοσαν στην πράξη και στο όνομα των λαϊκών συμφερόντων το αντιδυτικό αντιαναπτυξιακό εθνοφυλετικό πρόγραμμα σπουδών μπολιασμένο με τον κρατικό “σοσιαλισμό”. Οι όποιες διαφοροποιήσεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας από τις κυβερνητικές επιλογές ήταν σε δευτερεύοντα ζητήματα και όχι στις βασικές κατευθύνσεις.
Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ελέγχει τον εκπαιδευτικό κρατικό μηχανισμό σε τεράστιο βαθ-μό και, ως τέτοια, όχι μόνο καταργεί στην πράξη το δημοκρατικό συνδικαλισμό των εκπαιδευτικών, αλλά και χειραγωγεί ή και καταργεί το συνδικαλισμό των γονιών και των μαθητών. Στην ανώτατη βαθμίδα αυτή η γραφειοκρατία συνεργάζεται με τις φοιτητικές κρατικοκομματικές παρατάξεις που έχουν ηγεμόνα τους ορισμένες τραμπούκικες συμμορίες με αριστερή ριζοσπαστική όψη, για να ε-λέγξει εντελώς τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς, αλλά και να διαχειριστεί την οικονομική λεία από τα διάφορα ερευνητικά προγράμματα. Στην πραγματικότητα αυτή η γραφειοκρατία είναι η Δε-ξιά του κράτους, γιατί το επίσημο κράτος είναι -τουλάχιστον στη μορφή του και σ’ ένα βαθμό και στο περιεχόμενό του- κράτος ευρωπαϊκού τύπου και ως τέτοιο δεσμεύεται από τις συμφωνίες του με την ΕΕ. Το αντιδραστικό όμως μέτωπο της εκπαίδευσης, ενώ συγκροτείται μέσα στο κράτος και αντλεί δύναμη απ’ αυτό για να αποσπάσει κομμάτια εξουσίας, στο τέλος θέλει να υψωθεί πάνω και απ’ αυτό και να το ελέγξει. Έτσι ερμηνεύεται το φαινόμενο της άντλησης εξουσίας της υπαλληλι-κής γραφειοκρατίας από το κράτος και η ταυτόχρονη υπονόμευση από μέρους αυτής της γραφειο-κρατίας της επίσημης κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Το διακομματικό μέτωπο της εκπαίδευσης ψεύδεται, όταν κραυγάζει καθημερινά υπέρ της κρατικής και δωρεάν εκπαίδευσης. Στην ουσία σα-μποτάρει όλες τις μορφές κρατικής εκπαίδευσης, άλλες σταθερά και άλλες ανάλογα με τις πολιτικές συγκυρίες. Το μόνο σχολείο και πανεπιστήμιο που θα ήθελε το νέο γραφειοκρατικό καθεστώς στο βάθος δεν είναι το καθαυτό κρατικό ίδρυμα (πόσο μάλλον το ιδιωτικό, το οποίο δεν μπορεί, ως τέ-τοιο, να το ελέγξει, και γι’ αυτό το μισεί), αλλά ένα ίδρυμα των Δήμων, της ΟΛΜΕ, της ΠΟΣΔΕΠ, της ΔΟΕ, της ΓΣΕΕ, της κρατικοποιημένης εκκλησίας ή των νέων ολιγαρχών που περιγράψαμε πα-ραπάνω. Ο βαθύτερος στόχος τους είναι το εκπαιδευτήριο του ενιαίου φαιοκόκκινου φιλοανατολι-κού κόμματος και όχι εκείνο του κράτους.

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ

Η ικανότητα της φαιοκόκκινης γραφειοκρατίας να καλλιεργεί τις χειρότερες πλευρές των αν-θρώπων για να τους εξαρτά μέσω αυτών είναι μοναδική. Η ταύτιση, για παράδειγμα, των εκπαιδευ-τικών με το κράτος ως τέτοιο επιτυγχάνεται με την καλλιέργεια της πιο αρνητικής πλευράς των εκ-παιδευτικών, αυτής του κρατικού υπαλλήλου, και όχι της λαϊκής τους πλευράς. Γι’ αυτή τη χρήση διατυπώνεται τα τελευταία χρόνια η γνωστή αντιδραστική θεωρία περί κάποιας ιδιαίτερης “αξιο-πρέπειας” που πρέπει να αναγνωριστεί στους εκπαιδευτικούς. Αυτή η “αξιοπρέπεια” στο βάθος α-ναιρεί την πλευρά της εξαρτημένης, της προλεταριακής εργασιακής τους σχέσης με το κράτος, δη-λαδή την πλευρά του λαού που έχει ο εκπαιδευτικός ως εργαζόμενος, και προβάλλει την ουτοπία να θεωρούνται οι δάσκαλοι ως μια αστική ελίτ (στην οποία όλο και λιγότερο ανήκουν ακόμα και οι στρατιωτικοί και οι δικαστικοί, που παραδοσιακά ταυτίζονται πιο ισχυρά, πολιτικά και ιδεολογικά, με το κράτος). Μια ελίτ όμως, δηλαδή ένα όργανο καταπίεσης και εκμετάλλευσης του λαού, δεν είναι δυνατόν να λογοδοτεί και να ελέγχεται απ’ αυτόν. Αλλά στο βάθος δεν είναι δυνατό να ελέγ-χεται ούτε από το κράτος ως τέτοιο, αφού υποτίθεται ότι ταυτίζεται μ’ αυτό. Έτσι, στο όνομα της “δημοκρατίας” και των “σοσιαλιστικών” ιδεών το φαιοκόκκινο μέτωπο δε θέλει αξιολόγηση από τα πάνω, δηλαδή από το κράτος. Από την άλλη, στο όνομα της “αξιοπρέπειας” δε θέλει αξιολόγηση ούτε από τα κάτω, δηλαδή από το λαό. Αρνείται την αξιολόγηση γιατί θέλει να είναι η μοναδική ε-ξουσία στην εκπαίδευση πάνω από κάθε κοινωνικό έλεγχο, είτε αυτός είναι έλεγχος μιας αστικής κυβέρνησης είτε έλεγχος ενός λαϊκού κινήματος. Αυτές οι συγκαλυμμένες φασιστικές ιδέες βρί-σκουν απήχηση σε τμήματα των μικροαστικών τάξεων εξαιτίας της πολιτικής απειρίας και της ανα-σφάλειάς τους.
Την κρατική της λειτουργία η ευρύτερη γραφειοκρατία την καλύπτει με μια «προοδευτική» αρι-στερή λεοντή, κατασκευασμένη από το λαθρεμπόριο των λαϊκών αγώνων και συνδυασμένη με μια “στοργική”, “υπερευαίσθητη” και γεμάτη αυτοπεποίθηση λεπτότητα του “παιδαγωγού”, του «αν-θρώπου των γραμμάτων» και της “επιστήμης”. Ο “ανθρωπισμός” αυτής της αδιάφορης, ημιμαθούς και τεμπέλικης γραφειοκρατίας έχει πέρα για πέρα ταξική και πολιτική φύση, είναι στο βάθος της ο “ανθρωπισμός” του χειρότερου κράτους, εκείνου που μοιράζεται μέρος του κοινωνικού προϊόντος που εισπράττει από τη φορολογία με τις ενωμένες μ’ αυτό αντιλαϊκές μειοψηφίες που βασανίζουν και εκμεταλλεύονται συστηματικά το λαό. Αυτή είναι η ιδεολογία του συντετριμμένου και φοβι-σμένου υπαλλήλου, που σέρνεται από τη μύτη από τον καθεστωτικό “αντικαπιταλισμό” κάθε εί-δους• του μικροαστού που θέλει να γαντζωθεί από το κράτος, για να διασωθεί από τα κύματα της παγκόσμιας έκρηξης των παραγωγικών δυνάμεων και των πολιτικών και ιδεολογικών ανακατατά-ξεων, οι οποίες τελικά φέρνουν όλο και πιο κοντά την κοινωνική επανάσταση.

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΜΙΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Μια σύγχρονη δημοκρατική εκπαίδευση αναπτύσσει και στηρίζει τη σύγχρονη παραγωγή, επιμέ-νει στην ανάγκη να αναγνωριστεί ιδεολογικά και να συνειδητοποιηθεί ο κοινωνικός χαρακτήρας αυτής της παραγωγής και ταυτόχρονα συμμετέχει στη διαμόρφωση ενός πανευρωπαϊκού μαζικού επιστημονικού και δημοκρατικού πνεύματος, που αποτελεί κοινή κατάκτηση όλων των εθνών. Βα-σική μας άποψη για το σχολείο είναι ότι πρέπει πριν απ’ όλα να δίνει ένα αίσθημα πνευματικής και σωματικής πληρότητας στους μαθητές του μέσα από το συνδυασμό της πνευματικής με τη σωματι-κή ανάπτυξη, της πειθαρχημένης προσπάθειας με τη χαλάρωση, της ελεύθερης ατομικότητας με την αφοσίωση στη συλλογική προσπάθεια.
Η πρότασή μας για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχει αυτή τη στιγμή ένα γενικό χαρακτήρα. Η βασική κατεύθυνση στην οποία πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να τείνει το σύγ-χρονο σχολείο είναι εκείνη του μαρξιστικού πολυτεχνικού σχολείου. Στις αποφάσεις της Α΄ Κομ-μουνιστικής Διεθνούς, που συντάχθηκαν με ευθύνη του ίδιου του Μαρξ, η σχολική δουλειά για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση χωρίζεται σε τρία μέρη: στη θεωρία δίνεται το ένα τρίτο του χρόνου, στη γυμναστική και τις αθλοπαιδιές το δεύτερο τρίτο και στην παραγωγική-πολυτεχνική δουλειά το άλ-λο τρίτο. Πιστεύουμε ότι και η ανώτερη και η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να συνδυάζει σε άλλες αναλογίες την πάλη για την παραγωγή, την επιστημονική θεωρητική δουλειά και την ατομική ψυ-χοσωματική ανάπτυξη του εκπαιδευόμενου. Μόνο ένα τέτοιο σχολείο μπορεί να συνδέει διαρκώς και σε ανώτερες συλλογικότητες την παραγωγή με την εκπαίδευση, τη θεωρία με την πράξη, την πνευματική με τη φυσική ζωή. Θα είναι ένα σχολείο χαρά και απόλαυση για το μαθητή, γιατί θα είναι σχολείο της δημιουργίας, της συλλογικότητας, της ελεύθερης ψυχοσωματικής ανάπτυξης και της ισορροπίας. Θα είναι σχολείο της δουλειάς και της ζωής. Ως σχολείο της πράξης και της θεωρί-ας θα είναι το σχολείο της πειραματικής ανακάλυψης και της ανάπτυξης των ταλέντων των μαθη-τών και όχι το στείρο σχολείο της αξιωματικής γνώσης ή -ακόμα χειρότερα- της μηχανικής απο-μνημόνευσης.
Η μεγαλύτερη δυσκολία με το πολυτεχνικό σχολείο στις σύγχρονες καπιταλιστικές συνθήκες βρίσκεται στο παραγωγικό σκέλος του, παρόλο που και στα δύο άλλα σκέλη του αυτό θα έρχεται διαρκώς σε σύγκρουση με τους περιορισμούς της ιδεαλιστικής αστικής παιδείας. Σε μια κοινωνία όπου οι συνειδητά ενωμένοι παραγωγοί διαχειρίζονται και σχεδιάζουν την παραγωγή και τη διανο-μή των προϊόντων της εργασίας τους δεν είναι δύσκολο τα εκπαιδευόμενα νεότερα μέλη της κοινω-νίας να συμμετέχουν κάποιες ώρες της μέρας σ’ αυτές τις λειτουργίες μέσα στο σχολείο-εργαστήρι, ή ακόμα και μέσα στο εργοστάσιο και στον αγρό-σχολείο. Αλλά σε μια κοινωνία σαν τη σημερινή, όπου οι παραγωγοί είναι εντελώς απογυμνωμένοι από τον έλεγχο στο προϊόν και στη διαδικασία της εργασίας τους και δουλεύουν κάτω από τον καταναγκασμό των εκμεταλλευτών ιδιοκτητών των ό-ρων της παραγωγής τους, είναι δύσκολο η οποιαδήποτε παραγωγική δραστηριότητα των μαθητών να μην υπόκειται λίγο ή πολύ στους νόμους αυτής της αλλοτρίωσης, στους νόμους του κέρδους, του εξωτερικού καταναγκασμού κτλ. και έτσι να εμπλέκεται η σχολική ζωή σε πιο ανοιχτές από το συνηθισμένο μέθοδες καταπίεσης και εκμετάλλευσης.
Λέμε, ωστόσο, ότι η παραγωγική σχολική δραστηριότητα είναι «δύσκολη», αλλά όχι και αδύνα-τη στις καπιταλιστικές συνθήκες. Άλλωστε, η μαρξιστική πρόταση του πολυτεχνικού σχολείου δεν έχει αποκλειστικά σοσιαλιστικό περιεχόμενο, αλλά είναι μια μίνιμουμ αστοδημοκρατική προοδευ-τική πρόταση παιδείας. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και σήμερα, που μια ριζική κοινωνική επανάσταση δεν είναι στην ημερήσια διάταξη, πρέπει να αναζητούμε και να απαιτούμε να εφαρμοστούν -όπου και όσο είναι δυνατό- οι παραγωγικές και γενικότερα οι εφαρμοσμένες πρακτικές πλευρές του πο-λυτεχνικού σχολείου. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα του μίνιμουμ δημοκρατικού και αναπτυξιακού προγράμματος παιδείας πρέπει να δούμε τη σχέση του σχολείου με την καθαυτό παραγωγή. Πρέπει να αναζητηθούν τρόποι να έρχονται οι μαθητές σε επαφή με την παραγωγή σε μια όλο και πιο συ-στηματική βάση. Όχι μόνο με επισκέψεις και διδασκαλία σε χώρους δουλειάς στην ύπαιθρο και στην πόλη, αλλά με συμμετοχή σε παραγωγικές δραστηριότητες αρχίζοντας από τις πιο απλές και κλασικές χειροτεχνικές, γεωργικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να χορηγηθεί από το κράτος γεωργική γη για παραγωγικές και πειραματικές εφαρμογές περιορισμέ-νης κλίμακας στα σχολεία της υπαίθρου, ενώ τα σχολεία στην ύπαιθρο και στην πόλη θα μπορού-σαν να εξοπλιστούν με απλές εργαλειομηχανές και να αναλάβουν μικρά προγράμματα κατασκευών για κάλυψη ορισμένων τοπικών κοινόχρηστων αναγκών.
Αλλά και αυτές οι μικρές αλλαγές θα σκόνταφταν στη χώρα μας σε μια λυσσαλέα αντίσταση από ένα πολιτικό καθεστώς που αρνείται όχι μόνο την παραγωγή για εκπαιδευτικούς σκοπούς, αλλά την ίδια την παραγωγή ως όρο υλικής ύπαρξης της κοινωνίας. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες θα ήταν επαναστατικό να υποστηρίζουμε ακόμα και το μίνιμουμ του μίνιμουμ, δηλαδή πράγματα που είναι καταχτημένα σε κάθε στοιχειωδώς ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα.

EΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΚΛΑΔΙΚΟΥ ΩΣ ΚΥΡΙΟΥ ΤΥΠΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ - ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΛΥΚΕΙΩΝ - ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΠΡΩΤΕΣ ΒΑΘΜΙΔΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Έτσι, θα πρέπει να υποστηρίζουμε και να φέρνουμε στην επιφάνεια κάθε πλευρά του σημερινού ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που πλησιάζει κάπως στην παραγωγή και στην πράξη και να αντιπαρατιθέμαστε, ειδικά στη χώρα μας, βήμα-βήμα και σε κάθε ζήτημα, με την υπεραντιδραστική λογική του καταστροφικού «υποχρεωτικού ενιαίου 12χρονου σχολείου», αυτού του αποστάγματος της στείρας θεωρητικολόγας εκπαίδευσης. Πρέπει λοιπόν να υποστηρίξουμε με αποφασιστικότητα τη γραμμή του πολυκλαδικού λυκείου και να απαιτήσουμε να επιστρέψει και να γενικευτεί αυτό το πειραματικό σχολείο, το οποίο η ψευτοαριστερή αντίδραση διέλυσε στη γέννα του. Πρέπει να υπε-ρασπιστούμε τα τεχνικά λύκεια και να ζητήσουμε να δυναμώσουν όσο γίνεται περισσότερο, υπο-στηρίζοντας τη θέση ότι κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κρατάει αλυσσοδεμένο στα θρανία ένα μαθητή που απεχθάνεται τη μεταφυσική παιδεία και τον απεχθάνεται και εκείνη, την ώρα που η χώ-ρα αυτή πάσχει από το ότι έχει τους περισσότερους διπλωματούχους ΑΕΙ (κυρίως άνεργους) και τους λιγότερους ειδικευμένους τεχνίτες και τεχνικούς πρώτης βαθμίδας στην Ευρώπη.
Πρέπει μέσα στα μέτρα πρώτης ανάγκης για τη σωτηρία της εκπαίδευσης να απαιτήσουμε οπωσ-δήποτε να μπει το πείραμα για τα καλά σε όλες ανεξαίρετα τις βαθμίδες της, ιδιαίτερα στις δυο χα-μηλότερες, απ’ όπου έχει στην πράξη σχεδόν ολοκληρωτικά εξοβελιστεί. Οφείλουμε ειδικά να μπο-λιάσουμε με πείραμα, εφαρμογές και τεχνολογικά μαθήματα το σάπιο γενικό λύκειο, που έχει γίνει το κατεξοχήν σχολείο του παρασιτισμού, το κατεξοχήν σχολείο ενός έθνους που θέλει να νομίζει ότι είναι το παν, την ώρα ακριβώς που στην πράξη βυθίζεται όλο και περισσότερο στο τίποτα. Η χώρα που εκπαιδεύει γραφειοκράτες που προορίζονται να εκπαιδεύουν μελλοντικούς γραφειοκρά-τες και ανέργους οδηγείται στην ιδεολογική και, τελικά, στην οικονομική της χρεωκοπία.

ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ

Οι μεγαλύτερες αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα στο επίπεδο της σχέσης του με την παραγω-γή πρέπει να γίνουν στην ανώτατη εκπαίδευση, στην οποία ακριβώς έχει εγκατασταθεί το διδακτικό επιτελείο όλης της καταστροφής της. Από κει εκπορεύεται η κεντρική γραμμή της διάλυσης και της αποσύνδεσης. Αναφερόμαστε στην αποσύνδεση της θεωρίας από την πράξη, στην αποσύνδεση της θεωρητικής έρευνας από την εφαρμοσμένη και -πάνω απ’ όλα- της αποσύνδεσης της επιστήμης από την παραγωγή. Το «πιστεύω» της υπαλληλικής εκπαιδευτικής συντεχνίας των ΑΕΙ κατ’ εντολή του πολιτικού επιτελείου της αποβιομηχάνισης είναι ότι δεν πρέπει το κρατικό πανεπιστήμιο να έχει σχέση με τις επιχειρήσεις. Γι’ αυτούς το πανεπιστήμιο είναι κρατικό και, αφού κατ’ αυτούς το κρά-τος είναι ταξικά ουδέτερο ή ακόμα και «λαϊκό», δεν μπορεί να μολύνεται από τη σύνδεσή του σε επίπεδο έρευνας και επιχορηγήσεων με τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Για τους ανθρώπους που ξέρουν ότι το κράτος είναι πάντα κράτος μιας τάξης και ότι στον καπιταλισμό αυτό το κράτος και τα πανεπιστήμιά του ανήκουν στην αστική τάξη, η μόλυνση του κρατικού πανεπιστημίου από τις επιχειρήσεις δεν είναι καθόλου χειρότερη απ’ ό,τι η μόλυνσή του πανεπιστήμιου από το κράτος. Ειδικά σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου σήμερα το κράτος το διαχειρίζεται η πιο αντιπαραγωγική τάση της αστικής τάξης, το πανεπιστήμιο θα παίρνει ζωή αν δένεται με τη σύγχρονη ντόπια ή και διεθνή βιομηχανική επιχείρηση. Η υπαλληλία των μικρομεσαίων ΔΕΠ, που διαχειρίζεται σήμερα πολιτικά τα Πανεπιστήμια, απεχθάνεται τη σύνδεση με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και, βέβαια, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια όχι γιατί απεχθάνεται τον καπιταλισμό, αλλά γιατί προτιμάει τον κρατικο-γραφειοκρατικό καπιταλισμό από τον καπιταλισμό της αγοράς. Και προτιμάει τον πρώτο, γιατί σ’ αυτόν συμμετέχει στη νομή της εξουσίας ως τμήμα της άρχουσας τάξης αποσπώντας κρατική «γαι-οπρόσοδο», δηλαδή έχοντας εξασφαλίσει μισθό χωρίς ή με ελάχιστη δουλειά, καθώς και εισροές από ανύπαρκτες έρευνες που πληρώθηκαν με υπαρκτά ευρωπαϊκά κονδύλια και ξεπλύθηκαν με την πολιτική εγγύηση του κράτους.
Άλλωστε είναι αδύνατο σήμερα να υπάρξει έρευνα και επιστήμη έξω από τις ανάγκες της παρα-γωγής και έξω από τη συνεργασία μαζί της. Από την άποψη της συλλογικής διεθνούς πανεπιστημο-νικής λειτουργίας της σύγχρονης έρευνας, από την άποψη των τεράστιων υλικών και έμψυχων πό-ρων που συχνά διαθέτουν για την έρευνα όχι μόνο μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις, αλλά και ολόκληρες ενώσεις κρατών, είναι αδύνατο η λειτουργία της επιστήμης και της έρευνας, οπότε και το πανεπιστήμιο, να αποσυνδεθούν σήμερα από την παραγωγική λειτουργία του κεφαλαίου. Αυτοί που το επιχειρούν σήμερα για την Ελλάδα θέλουν απλά να την απομονώσουν από τα διεθνή ρεύμα-τα της επιστήμης και της παραγωγής, ώστε πολύ πιο εύκολα να την υποδουλώσουν αδύναμη, ανά-πηρη και συμπλεγματική στα δικά τους παγκόσμια ηγεμονικά σχέδια.

Η ΕΝΔΟΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΚΑΙ Η ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ.
ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εκείνο απλά στο οποίο θα πρέπει να επιμένουν οι προοδευτικοί άνθρωποι είναι το εξής: το ποιος και με ποιο τρόπο θα διαχειρίζεται τη σχέση της επιστήμης και της έρευνας με το κεφάλαιο, τη σχέ-ση δηλαδή του πανεπιστημίου με την καπιταλιστική επιχείρηση και του πανεπιστημίου με το κρά-τος. Αυτές τις σχέσεις θα τις κρίνει από τη μια η έκβαση της εσωτερικής ταξικής πάλης μέσα στο πανεπιστήμιο και από την άλλη -ακόμα πιο καθοριστικά- η ευρύτερη ταξική πάλη μέσα στην κοινω-νία. Το μεγάλο ζήτημα στη σημερινή κοινωνία είναι το ποια πολιτική εξουσία διαχειρίζεται το κρά-τος και ποια είναι η σχέση του κράτους αυτού με τα διαφορετικά τμήματα της αστικής τάξης. Σ’ ό,τι αφορά το ζήτημα της σχέσης πανεπιστημίου και παραγωγής στην κοινωνία των απελευθερωμένων συνεργαζόμενων παραγωγών, η αληθινή δυσκολία είναι να φτάσει κανείς εκεί. Αλλά, άπαξ και φτάσει, δε θα υπάρχουν πολλοί φραγμοί αμείλικτων συμφερόντων που θα εμποδίζουν το πανεπι-στήμιο να ενωθεί λειτουργικά, δηλαδή βαθιά και άρρηκτα, με τις μεγάλες παραγωγικές μονάδες σε μια κλίμακα και μ’ έναν τρόπο που καμιά εκμεταλλεύτρια τάξη δεν μπόρεσε να το πετύχει ως τώρα. Έχει έρθει πραγματικά η ώρα να συντομευθεί αυτός ο απίστευτα μακρύς δρόμος που ενώνει σήμερα τη θεωρητική με την εφαρμοσμένη έρευνα, την εφαρμοσμένη έρευνα με την παραγωγή και την πα-ραγωγή με τη θεωρητική διδασκαλία μέσα στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Έχει έρθει η ώρα να σκεπαστεί αυτή η τάφρος που χωρίζει στις μακρόχρονες σπουδές τους ειδικούς διαφορετικών ειδι-κοτήτων και διαφορετικών επιπέδων ειδίκευσης, την ώρα που λίγο μετά τους ενώνει η κοινή ερευ-νητική ομάδα ή οι εκατοντάδες κοινές ομάδες κατασκευαστών και σχεδιαστών σε κάθε μεγάλο πα-ραγωγικό ή ερευνητικό πρόγραμμα. Έχει έρθει η ώρα να βρεθεί η λύση στην πρόκληση που αντιμε-τωπίζουν οι ειδικοί της εκπαίδευσης, όταν αποτυγχάνουν η μια μετά την άλλη οι μέθοδές τους να κάνουν τη νεολαία σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη να πάψει να χασμουριέται στα σχολεία και στα αμφιθέατρα ή να γεμίζει απέχθεια και άγχος στη μοναξιά του δωματίου της καταπίνοντας αχώνευτες εξισώσεις και θεωρητικές έννοιες μακριά από κάθε εφαρμογή τους. Σε χώρες σαν τη δι-κή μας, όπου η παραγωγή βυθίζεται στο ίδιο μέτρο που δυναμώνει η αποστήθιση, αυτή η απέχθεια έχει γίνει πλέον αφόρητη πλήξη. Στο βάθος της ελληνικής παιδείας έχει μείνει για τους μαθητές μό-νο ένας γνήσιος εθελοντικός στόχος: μια απόλυτα παρακμιακή εξαήμερη εκδρομή στο ύψος και κατ’ αντιστοιχία του σχολείου που μόλις αποχαιρετούν.

ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΩΣ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΡΟΟΔΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Κάτω λοιπόν από την παραπάνω γενική πολιτική και ιδεολογική αντίληψη θα πρέπει, νομίζουμε, να αντιμετωπισθεί και να εξειδικευτεί η γενική γραμμή της πολυτεχνικής παιδείας. Το αναλυτικό πρόγραμμα της πολυτεχνικής παιδείας σε όλες τις βαθμίδες που θα πρέπει να καταστρώσουμε οφεί-λει να ενώνει το σχολείο με τα πιο προοδευτικά σύγχρονα ρεύματα της επιστήμης, της τεχνολογίας και του πολιτισμού. Ένα τέτοιο δημοκρατικό πολυτεχνικό σχολείο θα πρέπει να αντικαθιστά τον εθνικισμό και τον εθνοφυλετισμό, τη λατρεία της παράδοσης, την πολιτική και ιδεολογική εξάρτη-ση από τις δυνάμεις του πολέμου και του φασισμού, ως τρόπο ύπαρξης του έθνους και της εκπαί-δευσης, με έναν άλλο ανώτερο τρόπο ζωής, που θα συνδυάζει τη σύγχρονη ανάπτυξη με κοινωνική και οικονομική απελευθέρωση, με δημοκρατία και ειρήνη.
Η βάση της μάθησης είναι η πορεία από την εμπειρία στη θεωρία και αντίστροφα, η πορεία από το ειδικό στο γενικό και από το γενικό στο ειδικό, η διαλεκτική σύνθεση των αντίθετων πορειών της επαγωγής και της απαγωγής. Οι εξισώσεις και οι φυσικές επιστήμες που κυριαρχούν στο πολυτε-χνικό σχολείο, αφού τα ιδεολογικά μαθήματα έχουν καταργηθεί, παρουσιάζονται στους μαθητές ως τέτοιες που είναι, ως προϊόντα κοινωνικής δουλειάς και επίπονων παρατηρήσεων της φύσης στην ανακάλυψη των οποίων οι επιστήμονες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και όχι ως προϊόντα της διάνοιας αποκομμένων από την κοινωνία επιστημόνων. Στο σχολείο αυτό ο κόσμος φαίνεται όπως είναι και όχι ανάποδα.
Η ερμηνεία του κόσμου από τους απόφοιτους ενός τέτοιου σχολείου δεν μπορεί, φυσικά, να έχει καμιά σχέση με τις ιδέες της αγκυλωμένης, τεμπέλικης και εξαρτημένης από τον ανατολικό ιμπε-ριαλισμό γραφειοκρατίας. Βασίζεται στην επιστήμη και στην εμπειρία του μαθητή, πρακτική και θεωρητική, επαγγελματική και μορφωτική, απαλλαγμένη από τις ιδεοληψίες, την υποδούλωση σε παλιά και νέα αφεντικά, την εθνικιστική, ιμπεριαλιστική και ελληνοχριστιανική προπαγάνδα.
Το καθήκον της πλειοψηφικής δημοκρατικής μάζας, που έχει ριχτεί συστηματικά στο περιθώριο, είναι με την οργάνωση και την πάλη της να αποκαταστήσει την πολιτική δημοκρατία στην εκπαί-δευση, ως απαραίτητο όρο για την ανάπτυξη εκπαιδευτικού κινήματος.

Αθήνα 21/5/2005