ΚΙΝΗΣΗ: ΠΑΙΔΕΙΑ ΓΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ!!!
Ο ΣΥΝ, το αντιμεταρρυθμιστικό ΠΑΣΟΚ και κυβερνητικοί κύκλοι διαχειρίζονται τις υπογραφές έτσι ώστε να ανατρέψουν το μεταρρυθμιστικό κίνημα από τα μέσα


Στην προκήρυξη της Κίνησής μας στις 29/11/2006 με τίτλο «Το ύπουλο παιχνίδι των αντιμεταρρυθμιστών: Μεταμφιέζονται σε μεταρρυθμιστές με όργανο την ΑΡ.ΣΗ του ΣΥΝ» αναλύαμε την προσπάθεια υπονόμευσης από τα μέσα του δημοκρατικού κινήματος της μεταρρύθμισης και γράφαμε: «Όλες οι ηγεσίες, πολιτικές και κοινωνικές, προσπαθούν να χωθούν στο "διάλογο". Θέλουν να ανασκευάσουν την εικόνα του προβοκάτορα και του σαμποταριστή, να χωθούν ανάμεσα στους δημοκράτες καθηγητές και να αναγνωριστούν στο τέλος από αυτούς ως φορέας διαλόγου, δηλαδή ως μια ανεκτή συνιστώσα της μεταρρύθμισης. Όταν καίνε οι φωτιές του «αγώνα», είναι όλα καθαρά για τους δημοκράτες. Όταν όμως οι κατεδαφιστές του πανεπιστημίου και της εκπαίδευσης μεταμφιέζονται σε μεταρρυθμιστές, τα πράγματα δυσκολεύουν. Οι δημοκράτες πρέπει να προσέξουν σ’ αυτή τη φάση, που είναι και η δυσκολότερη». Δυστυχώς η αντιμεταρρύθμιση πέτυχε αρκετά.
Όπως είναι γνωστό, το δημοκρατικό κίνημα των πανεπιστημιακών υπέρ της μεταρρύθμισης εκφράστηκε αρχικά (14/10/2006) με 489 υπογραφές της Πρωτοβουλίας και είχε αφετηρία του το προσχέδιο νόμου, το πόρισμα του ΕΣΥΠ και το πόρισμα της Συνόδου των Πρυτάνεων. Τo ρεύμα των 489 συγκροτήθηκε, αντικειμενικά, ενάντια στις θέσεις της ηγεσίας της ΠΟΣΔΕΠ, του ΣΥΝ, του ΚΚΕ και των πιο αντιμεταρρυθμιστικών τμημάτων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Το ρεύμα αυτό όχι μόνο ήταν με σαφήνεια υπέρ της μεταρρύθμισης, αλλά πίεζε τη Γιαννάκου να καταθέσει το συντομότερο το νόμο πλαίσιο. Αυτή την κατάθεση με δεκάδες προσχήματα εμπόδιζε ο διπρόσωπος Καραμανλής, ο πρωθυπουργός του ΚΚΕ και του ΣΥΝ.
Οι αντιμεταρρυθμιστές ανησύχησαν από την κίνηση των 489 και αποφάσισαν να επέμβουν μέσω του ΣΥΝ, που είναι ο μεγαλύτερος διδάκτωρ του χαμαιλεοντισμού και του εισοδισμού στη πολιτική σκηνή της χώρας. Από το περασμένο καλοκαίρι ο ΣΥΝ ήταν έτοιμος γι’ αυτή την δουλειά έχοντας φτιάξει το κατάλληλο εργαλείο την Αριστερά Σήμερα «ΑΡ.ΣΗ». Όμως δεν μπορούσε να διεισδύσει απευθείας στην Πρωτοβουλία των 489, γιατί αυτή είχε καθαρή φιλομεταρρυθμιστική θέση. Έτσι, αρχικά η ΑΡΣΗ «αραίωσε» τη δική της σκληρή αντιμεταρρυθμιστική πλατφόρμα σε ένα λιγότερο τοξικό και κάπως πιο εύπεπτο υγρό, στην κίνηση «Μεταρρύθμιση για την Αναβάθμιση του Πανεπιστημίου με πυξίδα την κοινή λογική». Αυτή σχηματίστηκε από μισομεταρρυθμιστές και αντιμεταρρυθμιστές πανεπιστημιακούς κυρίως του ΠΑΣΟΚ, στην οποία χώθηκαν ορισμένα βασικά στελέχη της ΑΡΣΗ. Αυτή η κίνηση συγκροτήθηκε αρχικά με 271 υπογραφές (12/12/2006) και με την υποστήριξη και τη συμμετοχή του ΟΠΕΚ και μπορούσε να περάσει κάπως για προοδευτική, καθώς περιείχε μερικά ψήγματα από τις θέσεις της μεταρρύθμισης. Ο ΟΠΕΚ υπήρξε μόρφωμα της εποχής Σημίτη με στόχο να ενώσει το ΠΑΣΟΚ με το ΣΥΝ κόντρα στη γενική κλασική γραμμή του ΠΑΣΟΚ υπέρ της κυβερνητικής αυτοδυναμίας.
Η συμμετοχή της ΑΡ.ΣΗ στην κίνηση «Μεταρρύθμιση για την Αναβάθμιση» έγινε ως εξής: Από τους 30 πανεπιστημιακούς που υπέγραψαν την αντιμεταρρυθμιστική ιδρυτική διακήρυξη της ΑΡ.ΣΗ, οι 10 υπέγραψαν και τη διακήρυξη των 271, ανάμεσα σ’ αυτούς και τρία στελέχη της ΑΡΣΗ Παπαγιαννάκης, Κιντή και Ρεπούση. Το ότι η «Μεταρρύθμιση για την Αναβάθμιση» των 271 είναι τελικά ένα «αραιωμένο διάλυμα» της ΑΡΣΗ μέσα στο αντιμεταρρυθμιστικό ΠΑΣΟΚ μπορεί κανείς να το καταλάβει όχι μόνο από τα πρόσωπα, αλλά από την αντιμεταρρυθμιστική πλατφόρμα των 271, στην οποία θα αναφερθούμε πιο διεξοδικά παρακάτω.
Το πιο μεγάλο σκάνδαλο είναι ότι η κίνηση των 489 υπέκυψε κάποια στιγμή και απορροφήθηκε πολιτικά από εκείνη των 271. Αυτό έγινε ως εξής: Κάποια στιγμή, προφανώς, η όποια ηγεσία της πρωτοβουλίας των 489, (καλύτερα οι όποιοι διαχειριστές των υπογραφών) πήραν τις υπογραφές των 489 και τις μετέφεραν αυτούσιες κάτω από ένα άλλο κείμενο, ουσιαστικά αντίθετο από εκείνο των 489. Το νέο κείμενο το υπέγραψαν άλλοι 272. Έτσι δημιουργήθηκε η κίνηση των 761 (489+272). Αυτό το νέο κείμενο των 761 υπογραφών ενώ συνεχίζει να αναγνωρίζει, όπως και το πρώτο, ως υπαρκτή βάση συζήτησης το πόρισμα του ΕΣΥΠ, το προσχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας και το πόρισμα της συνόδου των πρυτάνεων, ταυτόχρονα αναγνωρίζει τις θέσεις της ΑΡ.ΣΗ και της «Μεταρρύθμισης για την Αναβάθμιση» ως «αφετηρία διαβούλευσης με την πανεπιστημιακή κοινότητα και όλους τους κοινωνικούς εταίρους»!!!
Το κείμενο των 761 αλλοιώνει βαθιά και καίρια την κατεύθυνση των 489, εισάγει τη διαπραγμάτευση με τους όρους του αντιπάλου και αντανακλά την αντικειμενική υποταγή των διαχειριστών των υπογραφών των 489, στο ΣΥΝ και στην αντιμεταρρυθμιστική ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται στην ουσία για μια προδοσία που η πηγή της δεν μπορεί -κατά τη γνώμη μας- να βρίσκεται αλλού από κάποιο τμήμα της ηγεσίας της ΝΔ και τους ανθρώπους της στο Υπ. Παιδείας. Αυτό άλλωστε έγινε τη στιγμή, που είχε δυναμώσει η συνδυασμένη πίεση από το ΠΑΣΟΚ, από τον ΣΥΝ, από το ΚΚΕ και από τα φοιτητικά τους τάγματα εφόδου πάνω στο Υπ. Παιδείας και ενώ ο Καραμανλής μαχαίρωνε πισώπλατα την υπουργό του αναβάλλοντας διαρκώς τη μάχη του άρθρου 16 και την κατάθεση του νόμου πλαισίου. Το επίμαχο τμήμα του κειμένου των 489 το δίνουμε στο τέλος του κειμένου μας (*) (Με έντονα είναι η προσθήκη στο αρχικό κείμενο των 489).
Με το νέο αυτό κείμενο των 489+272 έγινε ουσιαστικά το εξής: Η πλατφόρμα των 489 «αραιώθηκε» και αυτή με τη σειρά της σε ένα νέο, αρκετά τοξικό διάλυμα, ώστε να είναι σε θέση να χυθεί μέσα σ’ αυτό η πολύ πιο τοξική πλατφόρμα των 271 (δηλαδή η πλατφόρμα ΑΡΣΗ-ΟΠΕΚ) χωρίς να υπάρχει κάποια επώδυνη και εκρηκτική αντίδραση των μεταρρυθμιστών. Πραγματικά τα δύο διαλύματα αναμίχθηκαν εντελώς «γλυκά και αθόρυβα» και πρόκυψε η περίφημη κίνηση των 1000 (για την ακρίβεια 271+761=1032 μείον όσους υπέγραψαν και τα δύο κείμενα). Αυτή είναι στην πραγματικότητα μια αραιωμένη αντιμεταρρύθμιση μέσα στην εξουδετερωμένη μεταρρύθμιση.

Η κίνηση των 1000 δεν έχει μια νέα επίσημη κοινή πλατφόρμα αλλά έχει μια ηγεσία-αντιπροσωπεία που εμφανίζεται σαν κοινή για τα δύο ρεύματα και η οποία αναγνωρίζει σαν κοινή πλατφόρμα της μια ανεπίσημη πλατφόρμα 21 σημείων που συνέταξε κάποιος από τους 271 (Δ. Σωτηρόπουλος). Το πιο σκανδαλώδες στην υπόθεση είναι ότι αυτή η αντιπροσωπεία των 1000 αποτελείται μόνο από άτομα που έχουν υπογράψει την διακήρυξη της κίνησης των 271! Το καπέλωμα δηλαδή της κίνησης των 1000 είναι τέτοιο, ώστε ο ΣΥΝ και το αντιμεταρρυθμιστικό ΠΑΣΟΚ να είναι ταυτόχρονα ηγεσία και της αντιμεταρρύθμισης και της μεταρρύθμισης..
Αν δηλαδή σε επίπεδο πλατφόρμας των 1000 τα πράγματα είναι πολύ άσχημα για τους μεταρρυθμιστές, σε επίπεδο αντιπροσώπευσης, δηλαδή ηγεσίας της κίνησης των 1000, τα πράγματα είναι τραγικά. Ενώ δηλαδή η πλατφόρμα των 1000 έχει απλά τη γεύση εκείνης των 271, η αντιπροσώπευση-ηγεσία των 1000 είναι 100% από τους 271. Αυτό έγινε ως εξής: Η κίνηση των 1000 στη συνάντηση της 13ης Δεκεμβρίου διόρισε μια 19μελή επιτροπή. Το πόσοι από τους 1000 συμμετείχαν σ’ αυτή τη συνάντηση, το πόσοι ψήφισαν, το πού και πώς έγινε η εκλογή των 19 εκπροσώπων δεν το γνωρίζουμε. Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι και τα 19 μέλη της επιτροπής έχουν υπογράψει το κείμενο των 271 της «Μεταρρύθμισης για την Αναβάθμιση», (οι οποίοι 271 στη συνέχεια αυξήθηκαν με την προσθήκη και άλλων υπογραφών). Τρεις από τους 19 έχουν υπογράψει, εκτός από το κείμενο των 271, και το κείμενο της Πρωτοβουλίας των 489, (Κάτσικας, Παγουλάτος και Παπάζογλου). Στους 19 συμπεριλαμβάνονται και τρεις της ηγεσίας της ΑΡ.ΣΗ (Παπαγιαννάκης, Κιντή και Ρεπούση), η οποία ΑΡΣΗ δεν έχει κυκλοφορήσει κανένα δικό της κείμενο υπογραφών!
Κάποια στιγμή ορίσθηκαν από τους 19 πανεπιστημιακούς οι 8 που θα συζητούσαν με την υπουργό Παιδείας. Στη συνέντευξη Τύπου των 8 την 1η του Φλεβάρη εμφανίστηκαν ξανά οι 3 της ΑΡ.ΣΗ (!) (Παπαγιαννάκης, Ρεπούση και Κιντή) –άγνωστο πώς- και πέντε της «Μεταρρύθμισης για την Αναβάθμιση» (Λιάκος, Σταυρακάκης (της ΠΟΣΔΕΠ) Σοφούλης, Παγουλάτος και Κάτσικας). Οι αρχικοί 489 αντιπροσωπεύονται μόνο από τους δύο τελευταίους, αλλά και αυτοί όπως είπαμε έχουν υπογράψει και το κείμενο των 271. Εδώ κάνουμε μια διευκρίνιση. (Αναφερόμαστε στα συγκεκριμένα 5 πρόσωπα της «Μεταρρύθμισης» για να καταγράψουμε τον βαθμό συμμετοχής μέσα σε μια ηγεσία των διαφορετικών τάσεων που λίγο - πολύ αυτά τα πρόσωπα αντιπροσωπεύουν. Δεν εννοούμε λοιπόν ότι ο καθένας από αυτούς είναι εχθρός της μεταρρύθμισης ή ακόμα περισσότερο ότι παίζει ένα δόλιο παιχνίδι).

Το πιο χαρακτηριστικό της πολιτικής ηγεμονίας του ΑΡΣΗ, δηλαδή του ΣΥΝ, στην ηγεσία και στην όλη διαδικασία των 1000 είναι ότι, ενώ συμμετέχει με ελάχιστο ποσοστό στις υπογραφές, στο πιο «απεσταγμένο» όργανο το οποίο έκανε την πιο κρίσιμη δουλειά, στους 8, συμμετέχει με 3 μέλη. Αυτός είναι ο θρίαμβος της τακτικής των «μετωπικών διαλυμάτων», η αποθέωση του «επιστημονικού εισοδισμού» του ΣΥΝ.
Στη συνέντευξη που έδωσαν οι 8 μετά τη συνάντησή τους με την υπουργό Παιδείας ο Παπαγιαννάκης αποκάλυψε με σαφήνεια το σκοτεινό χαρακτήρα της παρουσίας της ΑΡ.ΣΗ στους 1000 δηλώνοντας ότι η ΑΡ.ΣΗ δε μάζεψε υπογραφές, ούτε καν κατέθεσε τις υπογραφές του κειμένου συγκρότησης της ΑΡ.ΣΗ, ώστε αυτές να αθροιστούν με τις υπογραφές των 761 και των 271. Η δήλωση αυτή δείχνει ότι οι υπογραφές των 1000 δε δεσμεύουν την ΑΡΣΗ, ενώ η κίνηση των 1000 οφείλει να αναγνωρίζει τους τρεις της ΑΡ.ΣΗ, δηλαδή το ΣΥΝ, ως σημαντικό μέρος της ηγεσίας της, και μάλιστα κατά πλειοψηφία, αν μιλήσουμε σε επίπεδο γραμμής ως προς την μεταρρύθμιση. Ο ΣΥΝ μπορεί να είναι έτσι ηγεσία της αντιμεταρρύθμισης, αλλά και αρχηγός των μεταρρυθμιστών!!!

Πρέπει εδώ να παραδεχτούμε ότι τη φύση και την έκταση αυτής της πολιτικής υφαρπαγής εξουσίας δεν την αντιληφθήκαμε ούτε και εμείς αμέσως. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε προηγούμενο σημείωμα της Κίνησής μας αναφερόμασταν στο ριζοσπαστικό χαρακτήρα του κινήματος των 1000 χωρίς να έχουμε αντιληφθεί ότι, ενώ αυτό στην πλειοψηφία της βάσης του συνεχίζει να είναι μεταρρυθμιστικό, στην πλατφόρμα του έχει καίρια υπονομευτεί, ενώ η ηγεσία του έχει κυριολεκτικά πέσει στα χέρια των αντιμεταρρυθμιστών.
(Οι διακηρύξεις της ΑΡΣΗ, των 271, των 489 και των 761, καθώς και η πλατφόρμα των 21 σημείων των 1000 βρίσκονται στο site της Κίνησης μας)

Τα δημοσιεύματα της Αυγής που καταδικάζουν την «αντικομματική στάση» της ΑΡ.ΣΗ και έτσι την εμφανίζουν αντίθετη με το υπεραντιδραστικό «μέτωπο παιδείας» έχουν ένα στόχο: Να «ξεκαρφώσουν» την ΑΡΣΗ ως όργανο του ΣΥΝ και ως αντιμεταρρυθμιστική δύναμη, για να μπορεί αυτή να δουλεύει ανενόχλητα στο εσωτερικό του μεταρρυθμιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα η κριτική της Αυγής στην ΑΡΣΗ γίνεται για να μην προκληθεί πρόβλημα στη βάση του ΣΥΝ, η οποία κάνει επίθεση στη μεταρρύθμιση απέξω ως «κίνημα παιδείας». Πρόκειται για μέθοδες στις οποίες έχει διαπρέψει το κόμμα αυτό. Δεν έχει κανείς παρά να διαβάσει τις θέσεις της ΑΡ.ΣΗ, για να διαπιστώσει ότι αυτή η βαθιά αντιδημοκρατική πρακτική της είναι αποτυπωμένη και στις εσκεμμένα αντιφατικές, αλλά τελικά αντιδραστικές θέσεις της. Μιλάει, για παράδειγμα, για αξιολόγηση, αλλά την θέλει κρυφή τόσο, ώστε να τη γνωρίζει μόνο ο συνήγορος του φοιτητή και ο καθηγητής! Μιλάει για Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης, αλλά στο περιεχόμενο υποστηρίζει τον ενιαίο εθνικό χώρο εκπαίδευσης, δηλαδή τη συγκέντρωση του ελέγχου της εκπαίδευσης και της έρευνας σε μερικά κέντρα που, όποιος τα ελέγχει, θα μπορεί να ελέγχει σχεδόν όλη τη χώρα και όχι μόνο την εκπαίδευση.
Το πιο επικίνδυνο στην υπόθεση του καπελώματος είναι αυτή τη στιγμή η σύνθεση της ηγεσίας των 19, και κυρίως εκείνης της στενότερης των 8. Όμως πολύ επικίνδυνη είναι και η πλατφόρμα των 21 σημείων, που εμφανίζεται σήμερα ως ανεπίσημη πλατφόρμα των 1000. Αυτή δεν παρουσιάζεται ως επίσημη πλατφόρμα στο site της Μεταρρύθμισης, αλλά οι οχτώ την αποδέχονται, όπως δήλωσαν στη συνέντευξη τύπου. Αυτά τα σημεία δεν τα έφτιαξε ούτε τα επεξεργάστηκε κάποιο σώμα μέσα από τους 1000 ή κάποια συντονισμένη πλατιά διαβούλευση μεταξύ των 1000, αλλά, όπως δηλώνεται στο blog της «Μεταρρύθμισης για την Αναβάθμιση», ένα μέλος της, ο Δ. Σωτηρόπουλος, που «προσπάθησε να συνθέσει» τις θέσεις όλων των συνιστωσών της κίνησης των 1000. Είναι δηλαδή πάλι φανερό ότι αυτή τη σύνθεση την κάνει η μια πλευρά, η «Μεταρρύθμιση», και όχι η άλλη, των 489, ούτε και οι δύο σε μια κοινή συνέλευση. Μάλιστα μόνο η πρώτη πλευρά έχει επίσημη ιστοσελίδα και οργάνωση, συνεχίζει να μαζεύει υπογραφές και να αναγγέλλει συγκεντρώσεις, ενώ η άλλη είναι σαν νεκρή. Είναι φανερό τι συμβαίνει: Το κρυφο-αντιμεταρρυθμιστικό ρεύμα έχει οργάνωση, ενώ οι μεταρρυθμιστές δεν έχουν καμία.

Η πλατφόρμα του κειμένου των 271 είναι αντιμεταρρυθμιστική. Τα 21 σημεία έχουν τη γεύση της

Ας δούμε λοιπόν την πλατφόρμα της «Mεταρρύθμισης για την Αναβάθμιση», την πλατφόρμα δηλαδή των 271, για να καταλάβουμε τη φύση αυτού του ρεύματος και τη σχέση του με οποιαδήποτε μεταρρύθμιση, δηλαδή αν αυτό το ρεύμα μπορεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο να την εκπροσωπεί.
Κατ αρχήν η συζήτηση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια χαρακτηρίζεται σ’ αυτήν «περιθωριακό ζήτημα», «φλυαρία» και ότι «τροφοδότησε μύθους που αγνοούν τη διεθνή πραγματικότητα». Όμως το δικαίωμα του πολίτη να σπουδάζει όπως και όπου θέλει και η ανατροπή της κρατικής δικτατορίας πάνω στη γνώση και τις σπουδές ούτε περιθωριακό ζήτημα είναι ούτε και φλυαρία. Το πόσο ταυτισμένες είναι αυτές οι αντιλήψεις με το νεοδεξιό «μέτωπο παιδείας» αποδείχτηκε και με την ανοιχτή προσχώρηση του ΠΑΣΟΚ στο μέτωπο ενάντια στη μεταρρύθμιση καταψηφίζοντας ουσιαστικά την αλλαγή στο άρθρο 16.
Το κείμενο των 271 κατηγορεί εξαρχής στο προοίμιό του ως υπεύθυνο για τα προβλήματα που συναντά το σχέδιο μεταρρύθμισης όχι το αντιμεταρρυθμιστικό «μέτωπο παιδείας», αλλά το Υπουργείο Παιδείας για τις «ανεπαρκείς ή άστοχες προτάσεις αλλαγών που τελικά παρουσίασε ύστερα από μια παρατεταμένη προσπάθεια υπόσκαψης του κύρους των πανεπιστημιακών και των πανεπιστημίων», που υπονομεύουν, όπως εννοεί το κείμενο, τη «συναινετική μεταρρυθμιστική προσπάθεια». Παρακάτω το κείμενο διαπιστώνει ως τον υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνο που πρέπει να αντιμετωπισθεί το «να επιδεινωθούν άμεσα και ραγδαία οι ενδοπανεπιστημιακές σχέσεις και οι ηθικές προϋποθέσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας»!!! (Οι υπογραμμίσεις δικές μας). Αυτό το τελευταίο υπονοεί ότι τις ενδοπανεπιστημιακές σχέσεις τις χαλάνε οι μεταρρυθμιστικές θέσεις του Υπουργείου Παιδείας και όχι η ωμή βία κατά των δασκάλων, κατά των διαφωνούντων φοιτητών και κατά των συλλογικών διοικητικών οργάνων. Ούτε τις χαλάνε οι σημερινές πραξικοπηματικές καταλήψεις, που αρχίζουν από τον εκβιασμό φοιτητών και δασκάλων και φτάνουν ακόμα και στην ωμή προσωπική κράτηση των δεύτερων (ΤΕΙ Θεσσ/νίκης). Ούτε, το κυριότερο, χαλάει τις «ενδοπανεπιστημιακές σχέσεις» και η έγκριση αυτής της βίας από ένα μπλοκ πανεπιστημιακών δυνάμεων που δε θέλουν το βασικό πυρήνα κάθε μεταρρύθμισης, δηλαδή τη διαφανή και πολύπλευρη αξιολόγηση του διδακτικού και ερευνητικού έργου. Και δεν τη θέλουν γιατί αυτές οι δυνάμεις αντλούν την εξουσία τους από την άγνοια, τη διαφθορά και τη λουμπενοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης. Αυτές οι πασίγνωστες ιδιότητες υποσκάπτουν το κύρος των πανεπιστημιακών και των πανεπιστημίων και όχι οι απόπειρες για μεταρρύθμιση η οποία είναι αδύνατο να υπάρξει χωρίς την καταγγελία αυτών των φαινομένων.
Η πλατφόρμα των 271, για να θολώσει τα νερά, διαπιστώνει ότι το πανεπιστήμιο γίνεται γενικά «θέατρο βανδαλισμών» κτλ. και στο σημείο 7 καταδικάζει συλλήβδην και ομοιόμορφα όλες τις κομματικές παρεμβάσεις και την «εργαλειοποίηση» των συνδικαλιστικών παρατάξεων. Αλλά αυτές είναι κούφιες κουβέντες, όταν δε διακρίνεται ούτε καν υπαινικτικά το συγκεκριμένο στρατόπεδο που ευθύνεται γι’ αυτή τη βία και οι συγκεκριμένοι λόγοι αυτής της βίας, αλλά αυτά με θράσος αντιστρέφονται
Η αντιμεταρρυθμιστική, ωστόσο, φύση της πλατφόρμας της «Μεταρρύθμισης» αποκαλύπτεται στο πιο σαφές σε όλους σημείο-κλειδί: την αξιολόγηση. Στο χτύπημά της αφιερώνουν τα σημεία 5 και 9. Γράφουν: «Θεωρούμε την αξιολόγηση εργαλείο της στρατηγικής αναβάθμισης καθενός ΑΕΙ χωριστά και του Δημόσιου Πανεπιστήμιου συνολικά. Η αξιολόγηση πρέπει να γίνει εργαλείο διασφάλισης της ποιότητας των σπουδών. Είμαστε αντίθετοι στις απόπειρες να εξελιχθεί η αξιολόγηση σε μέσο "τιμωρίας" ΑΕΙ ή των πανεπιστημιακών. Παρακολουθούμε επίσης με ανησυχία τις παρενέργειες που διεθνώς έχει δημιουργήσει μια αναπτυσσόμενη "βιομηχανία αξιολογήσεων" που χάνει το στόχο και παράγει περισσότερη γραφειοκρατία παρά βελτίωση. Ζητάμε την καθιέρωση ενός αξιόπιστου και αποδεκτού συστήματος αξιολόγησης και πιστοποίησης που να αξιοποιεί τόσο τη θετική όσο και την αρνητική διεθνή εμπειρία, ενώ ταυτόχρονα θα λαμβάνει υπόψη και τις επικρατούσες συνθήκες λειτουργίας των ΑΕΙ στη χώρα μας (χρηματοδότηση, υποδομές, θεσμικό πλαίσιο κλπ). Προτείνουμε ένα ποιοτικό, μη μηχανιστικό, σύστημα αξιολόγησης το οποίο, όχι μόνο θα καταγράφει το πανεπιστημιακό έργο, αλλά και θα ενθαρρύνει τη "δύσκολη" γνώση έναντι της ευκολίας και της ρουτίνας (οι υπογραμμίσεις δικές μας).
Με την «τιμωρία» συνδέουν την αξιολόγηση όσοι είναι αντίθετοι μ’ αυτήν. Γιατί θέλουν μια αξιολόγηση χωρίς αρνητικές επιπτώσεις σ’ αυτούς που ούτε διδάσκουν ούτε ερευνούν. Ούτε θέλουν μια αναγνώριση και επιβράβευση αυτών που δουλεύουν καλά. Στην πραγματικότητα θέλουν μια αξιολόγηση χωρίς καθόλου επιπτώσεις. Η δημοκρατική αξιολόγηση πρέπει να έχει κύριο στόχο τη διόρθωση των αδυναμιών και των λαθών. Όμως δεν υπάρχει σύστημα εργασίας στον κόσμο, σε οποιαδήποτε εποχή και σε οποιοδήποτε καθεστώς, όπου μια συνεχιζόμενη και διαρκώς επαναλαμβανόμενη αρνητική επίδοση στην εργασία δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις για το φορέα της. Ούτε υπάρχει σύστημα όπου δεν υπάρχει καμιά ανταμοιβή για όσους δουλεύουν καλύτερα και αποδοτικότερα, έστω στο ηθικό επίπεδο. Και στη συγκεκριμένη χώρα τη συγκεκριμένη στιγμή μιλάμε ακριβώς για το φαινόμενο όπου υπάρχει πόλεμος και υποβάθμιση για όσους δουλεύουν καλά και αυθαίρετη ανάδειξη σε όσους δε δουλεύουν ή δουλεύουν κακά ή, έστω, αποδίδουν χειρότερα από άλλους. Εδώ στη χώρα μας σήμερα δεν μπορεί να γίνει λόγος για «βιομηχανία αξιολογήσεων», αφού δεν υπάρχει ούτε χειροτεχνική ούτε καν πρωτόγονη αξιολόγηση. Εδώ υπάρχει η φεουδαρχικού τύπου δικτατορία της παρασιτικής εκπαιδευτικής γραφειοκρατίας, που μπορεί να δεχτεί μόνο ένα σύστημα αξιολόγησης, αυτό που θα είναι αποδεκτό από την ίδια, που σημαίνει αυτό στο οποίο η ίδια θα αξιολογεί, θα δικαιολογεί και θα προάγει τον εαυτό της. Αυτό είναι το νόημα της λεξούλας «αποδεκτό» στη φράση «αποδεκτό σύστημα αξιολόγησης». Αυτό είναι και το νόημα της «συναίνεσης», που εδώ και μήνες απαιτεί επίμονα η όλο και πιο μειοψηφική αντιμεταρρύθμιση από την όλο και πιο πλειοψηφική μεταρρύθμιση. Αυτό είναι το νόημα της ανοιχτής κατηγορίας των 271 προς τους μεταρρυθμιστές ότι ζητώντας αληθινή αξιολόγηση «υποσκάπτουν το κύρος των πανεπιστημιακών» και της λίγο πιο καλυμμένης κατηγορίας τους ότι οξύνουν «τις ενδοπανεπιστημιακές αντιθέσεις».
Αλλά η ίδια άρνηση της αξιολόγησης κρύβεται και πίσω από την αθώα φρασούλα ότι αυτή πρέπει να «λαμβάνει υπόψη και τις επικρατούσες συνθήκες λειτουργίας των ΑΕΙ στη χώρα μας (χρηματοδότηση, υποδομές, θεσμικό πλαίσιο κλπ)». Αυτή είναι η μόνιμη επωδός που επαναλαμβάνει η εκπαιδευτική γραφειοκρατία και στις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης (στοιχειώδη, μέση, ανώτατη), όταν αμύνεται στην απαίτηση σύσσωμης της κοινωνίας να αξιολογηθεί. Λέει τότε: Αφού δε μας δίνετε λεφτά, δε μας δίνετε υλικά μέσα, δε μας επιμορφώνετε, πώς θα αποδώσουμε; Στο σημείο αυτό συμπυκνώνονται οι δύο γραμμές στη διαμάχη για την παιδεία σήμερα. Για το αντιμεταρρυθμιστικό «μέτωπο παιδείας» το πρόβλημα είναι κυρίως υλικό-ποσοτικό, δηλαδή οφείλεται κυρίως στο ότι δεν υπάρχουν κεφάλαια για την παιδεία. Έτσι το κορυφαίο αίτημα των αντιμεταρρυθμιστών είναι ένα υλικό-ποσοτικό αίτημα, το 5%. Για το μέτωπο της μεταρρύθμισης, αντίθετα, το πρόβλημα είναι κυρίως κοινωνικών σχέσεων, πρόβλημα ποιοτικό. Γι’ αυτό και το κορυφαίο αίτημα των μεταρρυθμιστών είναι ένα αίτημα ανατροπής σχέσεων, ένα ποιοτικό αίτημα, όπως αυτό της αξιολόγησης-διαφάνειας. Ωστόσο όσο τα πράγματα προχωράνε, οι μεταρρυθμιστές ξεκαθαρίζουν ότι το κύριο πρόβλημα και η προϋπόθεση για κάθε αξιολόγηση και κάθε μεταρρύθμιση είναι ο εκδημοκρατισμός του πανεπιστήμιου. Αυτό είναι ένα πολιτικό αίτημα, που σημαίνει ένα αίτημα συμπυκνωμένα κοινωνικό, που ήδη έχει πάρει ως πρωτόλεια μορφή του το αίτημα για την «ελεύθερη διακίνηση ιδεών» και ως πιο δειλό άμεσο αίτημά του προβάλλει εκείνο «για το άσυλο» (λέμε «δειλό», επειδή αφορά περισσότερο την εξωτερική βία στα ΑΕΙ παρά την εσωτερική, που είναι και η βασική). Η πλατφόρμα της «Μεταρρύθμισης για την Αναβάθμιση» δεν κρύβει το αντιμεταρρυθμιστικό υλικο-ποσοτικό κρέντο της. Αναφέρει λοιπόν ωμά στο 3ο σημείο της: «Δημόσια χρηματοδότηση και μεταρρύθμιση πρέπει να προχωρήσουν συνδυασμένα. Καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να γίνει, ούτε καν να ξεκινήσει χωρίς τη γενναία αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης του Πανεπιστήμιου». Κάθε συνειδητός μεταρρυθμιστής πιστεύει αντίθετα ότι κάθε πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση πρέπει να ξεκινήσει σήμερα από τις αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και διάδοσης της πανεπιστημιακής γνώσης, και μόνο αν αυτές πετύχουν αξίζει να βοηθηθούν με περισσότερα λεφτά. Αν δε γίνει αυτό, τότε τα περισσότερα από αυτά τα λεφτά είτε θα χαθούν, είτε θα πάνε να διαφθείρουν περισσότερο τα πανεπιστήμια και να δυναμώσουν παραπέρα την παρασιτική γραφειοκρατία.
Όμως η κίνηση των 271 δεν τοποθετείται ούτε και υπέρ μιας συγκεκριμένης αναμόρφωσης του ασύλου, που αφορά στην αντιμετώπιση της ανοιχτής φυσικής βίας, εσωτερικής και εξωτερικής, και της παρανομίας στο πανεπιστήμιο. Ούτε καν απορρίπτει τη σημερινή Επιτροπή Ασύλου. Υποστηρίζουν γενικά την αλλαγή της νομοθεσίας και τη «δέσμια» υποχρέωση των πανεπιστημιακών να διαφυλάξουν και να περιφρουρήσουν το πανεπιστήμιο.
Θα μπορούσαμε να γράψουμε πολλά ακόμα για την πλατφόρμα της «Μεταρρύθμισης για την Αναβάθμιση», που σχεδόν σε κάθε πόρο της αποπνέει την αντιμεταρρύθμιση και που γι’ αυτό το λόγο ποτέ δε θα μπορούσε να ενωθεί με την ακριβώς αντίθετή της πλατφόρμα. Και όμως, αυτόν τον άθλο ακριβώς επιχείρησε και πέτυχε η «Μεταρρύθμιση για την Αναβάθμιση» αφού ανακάλυψε 21 ολόκληρα κοινά σημεία με την πλατφόρμα των 489, τα οποία σημεία επιτρέπουν στους 19 και στους 8 της πλατφόρμας των 271 να εκπροσωπούν τους 489, τους 761 και τελικά τους 1000 πανεπιστημιακούς .
Αν μελετήσει κανείς προσεχτικά τα 21 αυτά σημεία, θα διαπιστώσει ότι είναι όπως θα περίμενε κανείς να είναι η «σύνθεση» δύο αντίθετων γραμμών: είτε μια παράθεση και των δύο αντίθετων θέσεων ή η αποσιώπησή τους ή η επικέντρωση σε κάποια κοινά μεν, αλλά εντελώς δευτερεύοντα σημεία (πχ. βιβλία, υποτροφίες, ακαδημαϊκοί σύμβουλοι, αναμόρφωση προγραμμάτων σπουδών), είτε κυρίως η «πονηρή» προώθηση της μιας θέσης ενάντια στην άλλη. Δεν υπάρχει δηλαδή ούτε μια πρακτική και σαφής πρόταση για τα επίμαχα θέματα, που είναι η αξιολόγηση, η διαφάνεια και το άσυλο, παρά μόνο υπονοείται ανοιχτά, ή δια της παραλείψεως αντιμεταρρυθμιστική θέση. Το μόνο σημείο στο οποίο επιμένουν έντονα τα 21 σημεία είναι η απαίτηση για περισσότερες ανεξάρτητες εξουσίες στα ΑΕΙ σε βάρος, εννοείται, της κεντρικής πολιτικής εξουσίας (πχ. στον αριθμό των εισακτέων) όπως ακριβώς θέλει η πλατφόρμα της «Μεταρρύθμισης για την Αναβάθμιση». Αυτού του είδους η ανεξαρτησία (ή αλλιώς η αυτοτέλεια, η αυτοδιοίκηση κτλ.) είναι το αίτημα του σημερινού καθεστωτικού μπλοκ βίας στα ΑΕΙ, που δε θέλει την κρατική παρέμβαση ακριβώς για να μη θιγεί το δικό του παρακρατικό ανεξάρτητο από την κεντρική κυβέρνηση μονοπώλιο της εξουσίας.
Δε θα αναλύσουμε σ’ αυτό εδώ το σημείωμα πιο διεξοδικά, όπως πρέπει, τα 21 σημεία, γιατί αυτό που προέχει είναι να έρθει αυτό το κείμενο γρήγορα στα χέρια των εκπαιδευτικών και φοιτητών σε μια στιγμή που το υπουργείο ετοιμάζεται να κατεβάσει το νομοσχέδιο, οπότε η συζήτηση θα ανάψει. Θα πούμε μόνο πάλι λίγα λόγια για το πιο χαρακτηριστικό και επίμαχο σημείο, το σημείο κλειδί που λέγεται αξιολόγηση. Εδώ υπάρχει η εξής «σύνθεση»:
Στο σημείο 11 υπάρχει η διατύπωση: «Εκλογή και εξέλιξη μελών ΔΕΠ: συμμετοχή ενός η περισσότερων εξωτερικών κριτών, με απόφαση του Τμήματος, στην εξέλιξη σε ανώτερες βαθμίδες, συνεκτίμηση της διδακτικής ικανότητας του υποψήφιου/φιας, δοκιμαστικό μάθημα». Επίσης υπάρχει η εξής διατύπωση στο σημείο 21: «Τακτική αξιολόγηση ποιότητας διδασκαλίας, έρευνας και διοικητικής λειτουργίας των ιδρυμάτων, από τα ίδια και από τρίτους (πχ νέα ανεξάρτητη αρχή για την ανώτατη παιδεία). Αξιολόγηση και των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας ως προς τη δική τους αποτελεσματικότητα». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας).

Η διατύπωση «Συμμετοχή εξωτερικών κριτών με απόφαση του τμήματος» σημαίνει ότι αφού το Τμήμα ελέγχει ακόμα και τους εξωτερικούς κριτές αυτοί παύουν να είναι πραγματικά εξωτερικοί. Αυτό σημαίνει επίσης ότι συνεχίζεται η σημερινή κατάσταση της μη αξιολόγησης και από τους φοιτητές και από τα έξω και από τα πάνω, όπως θέλουν οι αντιμεταρρυθμιστές. Αυτή η αντιμεταρρυθμιστική πρόθεση επιβεβαιώνεται και στο σημείο 21, όπου πιο ανοιχτά διευκρινίζεται ότι η αξιολόγηση γίνεται είτε από «τα ίδια» τα ιδρύματα, είτε από μια «νέα ανεξάρτητη αρχή», δηλαδή τη μόνη εξωτερική αρχή που θέλει η «Μεταρρύθμιση για την Αναβάθμιση». Η πείρα όμως των ως τώρα «Ανεξάρτητων Αρχών» αποδείχνει ότι αυτές είναι μακρύ χέρι του ΣΥΝ και του ΚΚΕ. Και αυτό είναι φυσικό, γιατί τα μέλη τους ορίζονται ουσιαστικά από τις 4 κομματικές ηγεσίες, δύο εκ των οποίων, εκείνες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, λειτουργούν σε σκανδαλώδη πολιτική συμμαχία με τα δύο μικρά κόμματα και γι’ αυτό τοποθετούν σ’ αυτές τις Αρχές τα ανάλογα στελέχη. Δεν είναι τυχαίο ότι τα 21 σημεία δεν προβάλλουν την απαίτηση των μεταρρυθμιστών για «Συνήγορο του Πολίτη» και για εκτελεστικό διοικητικό και οικονομικό διευθυντή του προσχεδίου νόμου. Η αντίθεσή τους σ’ αυτούς προέρχεται από το ότι αυτές είναι κρατικές αρχές που διορίζονται από την κάθε κυβέρνηση με τρόπο που υποχρεωτικά θα εκφράζουν περισσότερες τάσεις μέσα σ’ αυτήν την κυβέρνηση και όχι απλά τις επιθυμίες ενός ή περισσοτέρων κομματικών αρχηγών ή, ακόμα χειρότερο, τις επιθυμίες μιας ΠΟΣΔΕΠ και του αντίστοιχου διακομματικού μπλοκ που θα καταλάβουν ξανά όλα τα πανεπιστήμια και θα αναστατώσουν για μια ακόμα φορά όλη τη χώρα αν η «ανεξάρτητη αρχή» δεν είναι της αρεσκείας τους.
Το κίνημα των πανεπιστημιακών είναι σ’ αυτή τη φάση ένα αστοδημοκρατικό κίνημα που δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί από τη γραμμή του και την υπερχαλαρή, σχεδόν ανύπαρκτη οργάνωσή του, συνολικά στο σοσιαλφασισμό. Αυτό μόνο ένα παλλαϊκό και ριζοσπαστικό κίνημα μπορεί να το κάνει. Όμως υπερασπίζεται τη γνώση και το πανεπιστήμιο με όσα μέσα διαθέτει και ξυπνά συνειδήσεις. Γι’ αυτό πρέπει να υποστηριχθεί αποφασιστικά απ’ όλο το λαό. Μόνο που αυτό οφείλει να καθαρίσει άμεσα τις γραμμές του από τους σαμποταριστές, τους μεταμφιεσμένους σε μεταρρυθμιστές, και να απαιτήσει την κατάθεση του νόμου πλαισίου στη βάση των διατυπωμένων από παλιά θέσεών του, που είναι οι θέσεις των 489. Εκτιμάμε ότι το προσχέδιο του Νόμου Πλαισίου είναι συντριπτικά θετικό στο περιεχόμενό του, γιατί, αν και με δειλό τρόπο, επιχειρεί να περιορίσει τη δικτατορία των κομματικών στρατών και να αναπτύξει τις διαδικασίες αξιολόγησης, ελέγχου και διαφάνειας, έτσι ώστε να μειώσει τα φαινόμενα διαφθοράς, παρακμής και διάλυσης στα Πανεπιστήμια.

Καμιά μεταρρύθμιση δεν μπορεί να νικήσει χωρίς συμμαχία με τους φοιτητές. Το χρονικό όριο των σπουδών

Δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε τι θα περιλαμβάνει το νομοσχέδιο που θα κατεβάσει το Υπουργείο Παιδείας. Έχουμε κάθε λόγο να ανησυχούμε ότι θα είναι χειρότερο από το προσχέδιο, δηλαδή άσχημα ακρωτηριασμένο στο πνεύμα των αντιμεταρρυθμιστών, αφού όπως είπαμε όλα δείχνουν ότι η επαίσχυντη υποχώρηση, ή καλύτερα το ξεπούλημα των 489 υπογραφών, έχει σχέση με επεμβάσεις της κυβέρνησης και κύκλων (τουλάχιστον κύκλων) του Υπουργείου Παιδείας. Αν αυτός ο ακρωτηριασμός υπάρξει, τότε μπορεί να μείνει και η διάταξη του ν+ν/2 χρόνια, όπου ν ο αριθμός των κανονικών ετών φοίτησης. Δεν είναι συμπτωματικό ότι σ’ αυτό το ζήτημα η πλατφόρμα των 271 δεν τοποθετείται, ενώ στο κείμενο των 21 σημείων αυτό το ζήτημα χαρακτηρίζεται δευτερεύον! Κι όμως, αυτό είναι ένα ζήτημα που μπορεί να γίνει κύριο, αφού από μόνο του είναι σε θέση να καταστρέψει την όποια ενότητα καθηγητών-φοιτητών υπέρ της όποιας μεταρρύθμισης. Έτσι μπορεί κάλλιστα το αντιμεταρρυθμιστικό μπλοκ να φερθεί γενναιόδωρα απέναντι στους καθηγητές υπερασπιστές του ν+ν/2, αν τα πράγματα πάνε καλά γι’ αυτό στη διαπραγμάτευση με το υπουργείο, ή ενάντια στο ν+ν/2 να ξεσηκώσει για μια ακόμα φορά τους φοιτητές εναντίον τους, αν τα πράγματα πάνε άσχημα. Για τους αντιμεταρρυθμιστές το ζήτημα είναι όντως δευτερεύον, αλλά για τους μεταρρυθμιστές πρέπει να ισχύει ακριβώς το αντίθετο.
Είναι φανερό ότι η σημερινή ανυπαρξία οποιουδήποτε ορίου τόσο στη διάρκεια των σπουδών όσο και στην ιεράρχηση των ξεχωριστών μερών της εξεταζόμενης ύλης (προαπαιτούμενα) στερεί το πτυχίο από την αντιστοίχισή του σε πραγματικό γνωστικό περιεχόμενο και τις σπουδές από τη συνοχή τους. Αυτός είναι ο λόγος που κάθε μέτρο περιορισμού αυτού του ορίου βρίσκει την αντίθεση των δυνάμεων της διάλυσης. Όμως το πέρασμα από την ανυπαρξία ορίου σε ένα στενό όριο φέρνει το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα σε σύγκρουση με την πλειοψηφία των φοιτητών. Γιατί οι φοιτητές δεν έχουν ακόμα, ούτε θα έχουν σύντομα, επαρκείς εγγυήσεις ότι η μεταρρύθμιση της «αντιδιάλυσης» θα λειτουργήσει στην πράξη και ότι δε θα τους ζητηθεί να καταβροχθίσουν πολύ γρήγορα μια γνώση που θα συνεχίζει να διδάσκεται αξιωματικά, γραφειοκρατικά και μακριά από την έρευνα και την εμπειρική παραγωγική και κοινωνική ζωή. Επιπλέον η πραγματική και όχι φορμαλιστική συμπύκνωση των σπουδών σε τόσο μικρό χρόνο σημαίνει τεράστια ξαφνική αύξηση της παραγωγικότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας και μάξιμουμ αξιοποίηση του συνολικού έμψυχου και άψυχου εκπαιδευτικού και ερευνητικού κεφαλαίου. Πέρα όμως από τους υλικούς περιορισμούς αυτού του είδους, η μετατροπή αυτή θα συναντήσει εμπόδια κουλτούρας και ριζωμένων συνηθειών. Το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να γίνει δυτικοευρωπαϊκό στη διάρκεια των σπουδών, αν προηγούμενα δεν πείσει ότι έγινε δυτικοευρωπαϊκό στην εκπαιδευτική μέθοδο και στη νοοτροπία του. Ειδικά όμως στην ελληνική περίπτωση προστίθεται σήμερα και συγκεκριμένα το τεράστιο εμπόδιο της δραστήριας κομματικής υπονόμευσης, που ήδη εκδηλώνεται μπροστά στα μάτια όλης της κοινωνίας και που θα παίρνει όλο και πιο βίαιες μορφές όσο το διεφθαρμένο καθεστώς θα αισθάνεται ότι απειλείται. Ας μην αμφιβάλλει κανείς ότι αυτό το καθεστώς δε θα εγκαταλείψει τα προνόμιά του χωρίς πολύ σκληρή και αδυσώπητη μάχη.
Μέσα σε τέτοιες συνθήκες η καθιέρωση του ν+ν/2 από σήμερα θα κλονίσει τη μόνη κοινωνική συμμαχία που είναι σε θέση να αλλάξει το Πανεπιστήμιο: τη συμμαχία των έντιμων, άξιων και δημοκρατών εκπαιδευτικών με τη συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών. Δίχως αυτή τη συμμαχία δε θα υπάρξει ποτέ καμιά μεταρρύθμιση, για τον απλό λόγο ότι το παλιό καθεστώς, επειδή αντλεί το μεγαλύτερο όγκο των κομματικών του στρατών από φοιτητές, θα είναι σε θέση να αξιοποιεί τις αντιθέσεις της μεγάλης πλειοψηφίας των φοιτητών με τα λάθη και τις αδυναμίες των δυνάμεων της οποιασδήποτε μεταρρύθμισης. Γι’ αυτό το λόγο πιστεύουμε ότι, ως ότου τα βασικά στοιχεία μιας μεταρρύθμισης λειτουργήσουν, ιδιαίτερα ώσπου να λειτουργήσει η μεταρρύθμιση ως προς την ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, θα απαιτηθούν πολύ ελαστικότερες μεταβατικές διατάξεις σχετικές με τη διάρκεια σπουδών. Πάντως από τώρα μπορούν και πρέπει να λειτουργήσουν ορθολογικές διατάξεις για τους νέους φοιτητές ως προς τα προαπαιτούμενα.
Ο λαός απαιτεί μια στοιχειώδη μεταρρύθμιση που θα χτυπήσει τη διάλυση και το σαμποτάρισμα των πανεπιστημίων. Γι’ αυτό θα σταθεί στο πλευρό των μεταρρυθμιστών, αρκεί αυτοί να οργανωθούν χωρίς τους επαγγελματίες διαχειριστές των υπογραφών τους, να δείξουν σταθερότητα και σθένος, να τολμήσουν να μιλήσουν απευθείας στο λαό και να ενωθούν με τους φοιτητές τους μιλώντας με επίμονο και διαφωτιστικό τρόπο και βάζοντας θέσεις ενότητας μαζί τους και στην εκπαίδευση και στην έρευνα.


Αθήνα 18/2/2007


* «Το προσχέδιο του υπουργείου Παιδείας αποτελεί, μαζί με το πόρισμα του ΕΣΥΠ και το πόρισμα της Συνόδου των Πρυτάνεων, τις μόνες συγκεκριμένες προτάσεις που (κατά το χρόνο σύνταξης της διακήρυξης) σήμερα διαθέτουμε. (Εν τω μεταξύ έχουν κατατεθεί νέα κείμενα συλλογικών πρωτοβουλιών, που συγκλίνουν με τον προσανατολισμό των θέσεων της επιτροπής του ΕΣΥΠ και της Συνόδου των Πρυτάνεων, όπως τα κείμενα της Πρωτοβουλίας Μεταρρύθμιση για την Αναβάθμιση του Δημόσιου Πανεπιστήμιου με πυξίδα την κοινή λογική και του Ομίλου Προβληματισμού Αριστερά Σήμερα). Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να τις αγνοήσουμε. Αντίθετα, πρέπει να αποτελέσουν αφετηρία διαβούλευσης (η υπογράμμιση δικιά μας) με την πανεπιστημιακή κοινότητα και όλους τους κοινωνικούς εταίρους, με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Σε κάθε περίπτωση, η επανεκκίνηση του διαλόγου από «μηδενική» βάση θα οδηγούσε με βεβαιότητα στην επ' αόριστον αναβολή των αλλαγών που επειγόντως χρειάζεται το ελληνικό πανεπιστήμιο και ζητεί η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας».