Η «σφαγή» των διευθυντών από το φαιοκόκκινο μέτωπο

Ο νόμος της επιλογής των στελεχών της εκπαίδευσης ισοπεδώνει σκόπιμα τα αντικειμενικά προσόντα (διδακτορικά, μάστερ, δεύτερα πτυχία, ξένες γλώσσες κλπ ) κάτω από το βάρος του βαθμού της συνέντευξης για να παραδώσει το μοίρασμα των διευθυντικών θέσεων των σχολείων στην παρασιτική, τεμπέλικη και αυταρχική κρατικοκομματική συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Αυτή αντιπροσωπεύεται από τους διακομματικούς αιρετούς της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ και από τα άλλα μέλη της επιτροπής της συνέντευξης που είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι κομματικοί διευθυντές εκπαίδευσης και γραφείων επιλεγμένοι στην πλειοψηφία τους αυτή τη φορά από τη ΔΑΚΕ. Μιλάμε για μια ΔΑΚΕ στην εκπαίδευση που στην πλειοψηφία της εδώ και χρόνια έχει γίνει ένα υποχείριο ή ένας σύμμαχος της κρατικογραφειοκρατικής ψευτοαριστεράς και του χειρότερου, του φιλοΣΥΝ κομματιού του ΠΑΣΟΚ.
Η διακομματική συμφωνία όπως αποδείχτηκε τελικά από τα αποτελέσματα των κρίσεων των διευθυντών σχολείων ήταν να δοθεί γενικά προτεραιότητα στις επιλογές στα ενεργά μέλη της νεο-ακροδεξιάς διακομματικής γραφειοκρατίας -άτομα που στην πλειοψηφία τους είναι ημιμαθή και αδιάφορα για την εκπαίδευση και που γι’ αυτό το λόγο σπάνια διαθέτουν και αντικειμενικά προσόντα. Συνδικαλιστές υποψήφιοι διευθυντές που είχαν δείξει ήθος και δεν συμμετείχαν στο σαμποτάρισμα της εκπαίδευσης και στην υποκίνηση των νεοδεξιών φασιστικού και καταστροφικού-λούμπεν τύπου καταλήψεων βαθμολογήθηκαν στη συνέντευξη χαμηλότερα από τα ενεργά μέλη που αναφέραμε και οπωσδήποτε και από τους φίλους της ΔΑΚΕ. Οι προσοντούχοι υποψήφιοι διευθυντές που δεν καλύπτονταν πολιτικά από την διακομματική φαιοκόκκινη γραφειοκρατία της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ ή ήταν αντίθετοι στην πολιτική τους κατακρεουργήθηκαν γενικά στη συνέντευξη. Τα τμήματα της μισοδημοκρατικής και αναπτυξιακής αστικής τάξης πετάχτηκαν έξω από την μοιρασιά της εξουσίας στην εκπαίδευση, τη στιγμή που αυτά τα τμήματα στο ΠΑΣΟΚ και στην ΝΔ είναι πολυπληθή. Ο Καραμανλής εκχώρησε σαν εκπρόσωπος του διακομματικού συντονιστικού κορυφής ένα δυσανάλογα μεγάλο κομμάτι εξουσίας στα σχολεία στη νεα-ακροδεξιά γραφειοκρατία.
Στις κρίσεις των διευθυντών σχολείων κυριάρχησε η χάλκευση της αξίας των υποψηφίων από τις διαβρωμένες από τον σοσιαλφασισμό κρατικές επιτροπές , που δεν έχουν πρόβλημα να διαγράφουν πτυχία με πολύχρονες σπουδές, να αγνοούν αποδειγμένες ικανότητες και επιτυχημένες θητείες, να αμφισβητούν τις καλλίτερες προθέσεις και πολύ συχνά τις αποδειγμένες στην πράξη ικανότητες του υποψηφίου. Δεν δίστασαν να τιμωρούν ξεδιάντροπα κυρίως την ανεξάρτητη από το φαιοκόκκινο μέτωπο ατομική ιδεολογικοπολιτική του συγκρότηση και εκπαιδευτική πρακτική αυτήν ακριβώς που καταθέτει ο υποψήφιος σαν έργο ζωής στην επιτροπή για να κριθεί σαν κοινωνικό κεφάλαιο- σαν κεφάλαιο της εκπαίδευσης.
Χωρίς την υποστήριξη των κομματικών νεοδημοκρατών διευθυντών εκπαίδευσης και γραφείων που πλειοψηφούσαν στις επιτροπές δεν θα ήταν δυνατή η φαιοκόκκινου τύπου εκτροπή που σημειώθηκε πανελλαδικά στις επιλογές των διευθυντών σχολείων. Γι’ αυτή την διακομματική εκτροπή την κύρια ευθύνη την έχει όπως είπαμε ο πρωθυπουργός που συζητά περισσότερο με τον Πούτιν παρά με τους υπουργούς του. Αυτός ο διπρόσωπος εμφανίζεται σαν μισοφιλελεύθερος δυτικόφιλος, ιδιαίτερα όταν ζητάει την ψήφο του λαού, ενώ εκφράζει στην πραγματικότητα μόνο ένα τμήμα της ΝΔ, το πολύ μειοψηφικό ακόμα φιλορώσικο κομμάτι της που και αυτό παριστάνει το ακραιφνές φιλοδυτικό (πχ Αλογοσκούφης, Σιούφας, Στυλιανίδης). Γιατί βέβαια οι ψηφοφόροι του Καραμανλή και κάθε άνθρωπος που θέλει τους καλλίτερους διευθυντές για τα παιδιά του, αλλά και το συμφέρον της εκπαίδευσης, δεν μπορεί να συμφωνούν με τις πολιτικές κατευθύνσεις που δόθηκαν στις επιτροπές της συνέντευξης από την ψευτοαριστερά και τον πρωθυπουργό της. Σαν παράδειγμα κανείς δεν μπορεί να συμφωνεί ένας υποψήφιος κάτοχος διδακτορικού ή με μάστερ και ένα δεύτερο πτυχίο που παίρνει στη συνέντευξη βαθμό 14,5 να εξομοιώνεται με ένα υποψήφιο που παίρνει 20 στη συνέντευξη και δεν έχει κανένα άλλο τίτλο σπουδών εκτός από το πτυχίο του. Ούτε να ανέχεται το γεγονός ότι σε πολλούς νομούς οι αιρετοί της ψευτοαριστεράς της ΠΑΣΚ και της ΔΑΚΕ που αξιολόγησαν στη συνέντευξη τους υποψηφίους συναδέλφους των ήταν ταυτόχρονα και υποψήφιοι διευθυντές! Όταν αποσύρονταν από την βαθμολόγηση του εαυτού τους το άριστα το έβαζε ο αναπληρωτής τους. Στις άλλες όμως κρίσεις εξόντωναν τους άλλους υποψήφιους που διεκδικούσαν σχολεία που ήταν στις δικές τους προτιμήσεις ή που ήταν στις διακομματικές προτιμήσεις ή σχολεία που τα διεκδικούσαν ακόμα και συγγενικά τους πρόσωπα!
Οι αριστεροί και οι δημοκράτες καθηγητές γνωρίζουν ότι κάθε κρατικός αξιολογικός έλεγχος υπηρετεί τα συλλογικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Το συμφέρον της άρχουσας τάξης κάθε φορά είναι η κρατική αξιολόγηση να μην συγκρούεται με την αξιολόγηση του λαού, δηλαδή των μαθητών, των άλλων δασκάλων, των γονιών κλπ. Σήμερα όμως δεν υπάρχει προοδευτικό εκπαιδευτικό κίνημα για να ελέγξει τους ελεγκτές του Καραμανλή και της κυβέρνησής του, της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ γι’ αυτό και αυτοί λειτουργούν σχεδόν ασύδοτα. Λέμε σχεδόν γιατί σε μερικές περιπτώσεις όπως στο Μουσικό Λύκειο της Παλλήνης και σε ένα Λύκειο της Βούλας μαθητές και γονείς ξεσηκώθηκαν, διαδήλωσαν μαζικά σε υπουργείο και τοπικές διευθύνσεις και τουλάχιστον στην πρώτη περίπτωση από αυτές πέτυχαν να διατηρηθεί στη θέση του ο ως τότε εξαιρετικός στη δουλειά του και πολύ αγαπητός στους μαθητές διευθυντής του Λυκείου.
Από την άποψη του τυπικού αστικού δημοκρατισμού ο έλεγχος συνολικά της εκπαιδευτικής λειτουργίας όπως και όλου του κρατικού μηχανισμού ανήκει στο ψηφισμένο κυβερνών κόμμα και επομένως στο τμήμα της αστικής τάξης που εκφράζεται πολιτικά από αυτό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα άλλα τμήματα της άρχουσας τάξης αποκλείονται από κάθε εξουσία στην κρατική μηχανή. Όμως από την πρόσφατη μοιρασιά της εξουσίας αποκλείστηκαν ακόμα και οι άλλοι παράγοντες του κράτους και αναφερόμαστε εδώ στα μισοδημοκρατικά ή και δημοκρατικά τμήματα της άρχουσας τάξης που πετιούνται σταδιακά από το ανατολικού τύπου καθεστώς έξω από τον έλεγχο της κρατικής μηχανής και κυρίως έξω από την εκπαίδευση. Η πολιτική άλωσης του κράτους από τον σοσιαλφασισμό που οδηγεί στην σταδιακή κήρυξη της δικτατορίας του σε όλο το κράτος και πάνω στο λαό στηρίζεται από τον Καραμανλή.

Για το μοίρασμα της εξουσίας στην εκπαίδευση ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της άρχουσας τάξης

Για τους αριστερούς και δημοκράτες καθηγητές το πρόβλημα της αδικίας, της υποταγής στο χαφιεδισμό ακόμα και της τρομοκρατίας είναι ακολούθημα του κάθε αστικού αξιολογικού ελέγχου. Η έκταση όμως και η ποιότητα του προβλήματος αυτού δεν κρίνεται από τον γενικό γραφειοκρατικό χαρακτήρα της διοίκησης αλλά από την συγκεκριμένη έκβαση δύο μετώπων της γενικής ταξικής πάλης. Το ένα είναι ποιο τμήμα της αστικής τάξης θα έχει το πάνω χέρι σε αυτόν τον αξιολογικό έλεγχο και το δεύτερο τι είδους έλεγχο θα ασκήσει ο λαός πάνω στους ελεγκτές. Αυτό είναι ένα πολιτικό ζήτημα που λύνεται κυρίως στο σύνολο της κοινωνίας και όχι στο χώρο του σχολείου. Είναι ο γενικός δημοκρατισμός της κοινωνίας που κρίνει ποια τμήματα της αστικής τάξης θα έχουν την εξουσία στο κράτος, οπότε και τον έλεγχο της παιδείας. Σε κάθε περίπτωση ο λαός δεν έχει κανένα λόγο να αναθέσει την εκπαίδευση των παιδιών του, ούτε σε μια φράξια της αστικής τάξης που αποσπά τον έλεγχο της παιδείας χωρίς να την έχει ψηφίσει κανείς γι’ αυτό, ούτε σε μια ανεξέλεγκτη καθηγητική συντεχνία.

Ο άλλος τρόπος αντίληψης, ο μισοαπολίτικος συντηρητικός, συγκαλύπτει την ουσία της ταξικής σύγκρουσης στην κατανομή της εξουσίας στην εκπαίδευση ανάμεσα στα διάφορα κομμάτια της άρχουσας τάξης και ερμηνεύει τις αδικίες σε ατομικό επίπεδο. Επικαλείται σε πολλές περιπτώσεις την ανάμειξη του κομματικού παράγοντα, την αντίληψη τη σχετική με τον γενικά γραφειοκρατικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης που αδυνατεί να αναγνωρίζει σαν τέτοιος πτυχία και μεταπτυχιακά, αξίες και προσπάθειες, προσφορά κόπους και προθέσεις των υποψηφίων που μπορεί να προχωρεί χωρίς φραγμούς ακόμη και στη βάρβαρη προσβολή των επιστημονικών αντικειμενικών κριτηρίων, του πολιτιστικού δηλαδή επιπέδου των ίδιων των υποψηφίων. Η συντηρητική θέση επιμένει να παραβλέπει τον πολιτικό διακομματικό ρόλο και την συνεργασία των γενικά διεφθαρμένων αιρετών εκπροσώπων στα συμβούλια κρίσης με την εκάστοτε φιλοανατολικού τύπου κυβέρνηση για την κατανομή της εξουσίας ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της άρχουσας τάξης και ειδικότερα στα τμήματα που ελέγχονται από την ψευτοαριστερά. Αυτή η άποψη συνεχίζει παράλογα να απαιτεί από διεφθαρμένους διακομματικούς εκπροσώπους, εντεταλμένους να κατανείμουν την εξουσία σε βάρος της εκπαίδευσης και των αξιότερων υποψηφίων, την έντιμη και δίκαιη κρίση των συναδέλφων τους με το ιδεολόγημα ότι ψηφίστηκαν για να τους εκπροσωπούν! Αυτή την ουτοπία καλλιεργούν συστηματικά η ΟΛΜΕ, η ΔΟΕ και οι κομματικές ηγεσίες που μοιράζουν μεταξύ τους την εξουσία πίσω από τις πλάτες του λαού και της εκπαίδευσης στα τραπέζια της αξιολόγησης των υποψηφίων διευθυντών. Γι’ αυτό και στο τέλος των αντιδημοκρατικών κρίσεων καμιά κομματική και συνδικαλιστική ηγεσία δεν έχει τοποθετηθεί συνολικά γιατί οι κρίσεις πήγαν τόσο στραβά, γιατί όλη η εκπαίδευση απορρίπτει πολιτικά και ιδεολογικά αυτές τις κρίσεις. Καμιά ηγεσία από τις προηγούμενες δεν έχει αρνηθεί μέχρι σήμερα το αποτέλεσμα αυτών των αντιδημοκρατικών αντιεκπαιδευτικών κρίσεων παρά την λογοκοπία τους για ελλείμματα δημοκρατίας και ηθικής που τα δημιουργούν και τα καταγγέλλουν στη συνέχεια οι ίδιοι. Καμιά ηγεσία και καμιά συνδικαλιστική παράταξη δεν καλεί σε απολογία τα διεφθαρμένα συνδικαλιστικά και κομματικά της στελέχη που συμμετείχαν στις επιτροπές κρίσεων και ψήφιζαν τους εαυτούς των τους συγγενείς των και τους φαιοκόκκινους ημιμαθείς συνδικαλιστές για διευθυντές! Καμιά ηγεσία δεν επιβραβεύει την δημοκρατική στάση των λίγων αιρετών που δεν ξεπούλησαν τον κλάδο και την εκπαίδευση. Η ανακατανομή της εξουσίας στην εκπαίδευση είναι φανερά αποδεκτή από όλους όσους συμμετείχαν στη μοιρασιά. Ο υφυπουργός παιδείας Λυκουρέντζος στην πραγματικότητα ως διακομματικός εκπρόσωπος κλείνει το μάτι στην τάξη του, στις κομματικές και στις νεο-ακροδεξιές συνδικαλιστικές ηγεσίες, και δηλώνει προκαλώντας ταυτόχρονα το λαό και την εκπαίδευση: «Γνωρίζετε πολύ καλά ότι η εκπαιδευτική κοινότητα είναι σε σημαντικό βαθμό, για να μην πω απολύτως, αυτοδιοικούμενη και αυτοδιαχειριζόμενη. Άρα, εδώ μπαίνει ζήτημα ατομικής ευθύνης συναδέλφων έναντι συναδέλφων. Μπαίνει ζήτημα καθαρής συνείδησης, όταν καλούνται να αξιολογήσουν συναδέλφους τους, τη δουλειά τους, την παρουσία τους, τη δράση τους και δεν υπεισέρχεται το Κόμμα. Δεν είμαστε εμείς εκείνοι, οι οποίοι δείχνουμε και επιδιώκουμε κομματικούς στόχους στο χώρο της παιδείας. Για εμάς η παιδεία είναι τόπος εθνικού στοχασμού, συνεννόησης, σύνθεσης, αξιοποίησης των καλυτέρων. Αυτό είναι το πρότυπο, το οποίο υπηρετούμε και σας καλούμε να το υπηρετήσουμε μαζί».

H φαιοκόκκινη γραφειοκρατία ονειρεύεται να γίνει αξιολογητής για να αποχτήσει τον απόλυτο έλεγχο της εκπαίδευσης

Το φαιοκόκκινο «κόμμα» της εκπαίδευσης, εκείνο της ψευτοαριστεράς που κυριαρχεί στην ΟΛΜΕ τη ΔΟΕ και την ΠΟΣΔΕΠ αρνείται σταθερά κάθε αξιολόγηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όπως και των εκπαιδευτικών εκτός και αν το ίδιο είναι αξιολογητής. Λέγαμε παλιότερα γι’ αυτό ότι: Το πρόγραμμα των δήθεν αριστερών (δηλαδή των νέων ακροδεξιών) είναι ο παραπέρα έλεγχος του κράτους από τις δικές τους ανεξέλεγκτες υπαλληλικές συμμορίες... Το «κόμμα» της εκπαίδευσης αρνείται την «αστική» αξιολόγηση γιατί θέλει να είναι η μοναδική εξουσία στην εκπαίδευση πάνω από κάθε κοινωνικό έλεγχο, είτε αυτός είναι έλεγχος μιας αστικής κυβέρνησης είτε έλεγχος ενός λαϊκού κινήματος. Αυτές οι συγκαλυμμένες φασιστικές ιδέες βρίσκουν απήχηση σε τμήματα των μικροαστικών τάξεων εξαιτίας της πολιτικής απειρίας και της ανασφάλειάς τους....Αυτές οι κομματικές συμμορίες θα προωθήσουν την αξιολόγηση μόνο εάν στο όνομα της «λαϊκής αντιιμπεριαλιστικής και αντικαπιταλιστικής πάλης» το κομματικό μπλοκ του οποίου αποτελούν μέρος μπορέσει με ένα πραξικόπημα να καταλάβει και να υποτάξει το κράτος στα σχέδιά του. Σε μια τέτοια περίπτωση η αξιολόγηση θα γίνει το πρόγραμμα της εξόντωσης όλων των διαφωνούντων εκπαιδευτικών».
Όμως τώρα οι κομματικοί πάτρωνες της ΟΛΜΕ, ΔΟΕ, ΠΟΣΔΕΠ δεν αρνούνται την «αστική» αξιολόγηση, γιατί για πρώτη φορά συμμετέχουν χοντρά σε αυτήν. Γκρινιάζουν κάπου εκεί όπου δεν έχουν όλη την εξουσία όπως θα ήθελαν, αλλά γενικά σιωπούν με ευχαρίστηση γιατί σε αυτές τις κρίσεις έχουν την μεγαλύτερη εξουσία από κάθε άλλη φορά. Γι αυτό δεν εξεγείρονται οι ίδιοι όταν τόσοι πολλοί αυτή τη φορά διαμαρτύρονται και εξεγείρονται. Το μόνο που κάνουν είναι να κάνουν κάποιες συστάσεις και κάποιες παρατηρησούλες για τα μάτια, δηλαδή για το ξεκάρφωμα.


Έτσι η ΟΛΜΕ σε ενημερωτικό της που αφορά στους αιρετούς που συμμετέχουν στις επιτροπές κρίσης αναφέρει «Αγαπητοί συνάδελφοι....για να ελαχιστοποιηθούν τα περιθώρια υποκειμενικής, αυθαίρετης, άδικης, μη ελέγξιμης και τυπικά ανίσχυρης, κατά το μάλλον ή ήττον, κρίσης των υποψηφίων διευθυντών σχολικών μονάδων κατά τη διαδικασία της συνέντευξης....σας προτείνουμε τα εξής ( η υπογράμμιση δική μας): Να αυτοεξαιρεθείτε από τη συμμετοχή σας στη διαδικασία επιλογής των διευθυντών σχολικών μονάδων, όταν εσείς οι ίδιοι /ες ή ο / η σύζυγος ή άλλο συγγενικό πρόσωπο (σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις) είστε υποψήφιοι /ες".
Δυο λεξούλες προς τους αιρετούς αξιολογητές, σας προτείνουμε! Αυτό όλο όλο από την Ομοσπονδία που οργανώνει τις βρώμικες επιλογές και που χρεώνει στο συνεργάτη της, την κυβέρνηση Καραμανλή, όλες τις αδικίες για τις οποίες μόνο για τα μάτια και με την άκρη των χειλιών της διαμαρτύρεται. Ποτέ βέβαια δεν κάνει κριτική στον ίδιο τον Καραμανλή. Γιατί βέβαια αυτός και τα τσιράκια του εξασφαλίζουν το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων στις επιτροπές κρίσης.
Αργότερα η ΟΛΜΕ σε άλλο κείμενό της ενημερώνει τους αιρετούς για το ότι είναι παράνομο να κρίνουν τους εαυτούς των κλπ και το «σας προτείνουμε» κάτω από την πίεση μετατρέπεται στο «Καλούμε όλους τους υποψήφιους διευθυντές, που έχουν έννομο συμφέρον, να ζητήσουν εξαίρεση των μελών του συμβουλίου που με βάση την κείμενη νομοθεσία δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στα συμβούλια επιλογής». Η ΟΛΜΕ που εκπροσωπεί την εκπαίδευση και υποτίθεται και το γενικό συμφέρον της καλεί δηλαδή τα ενδιαφερόμενα άτομα να αντισταθούν γιατί αυτή δεν έχει προφανώς κανένα δημοκρατικό συμφέρον για να πείσει την φαυλοκρατία που εκείνη διαπαιδαγωγεί ως κριτές, πόσο μάλλον να δημιουργήσει όπως θα έκανε μια οποιαδήποτε δημοκρατική οργάνωση ένα κίνημα ελέγχου των ελεγκτών και περιφρούρησης όσο το δυνατόν των δικαιωμάτων και των συμφερόντων της εκπαίδευσης με την εκλογή των καλλίτερων διευθυντών!
Η πολιτική της ΟΛΜΕ γίνεται περισσότερο κατανοητή και από το έγγραφο που στέλνει τον περασμένο Μάιο στους πάντες και στην τότε υπουργό παιδείας όπου δηλώνει ότι: «Τα Συμβούλια επιλογής....πρέπει να είναι ανεξάρτητα και μη ελεγχόμενα από την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Να επιλέγονται από διαδικασίες ευρύτερες και φερέγγυες ειδικότερα , στα συμβούλια επιλογής Δ/ντών και Προϊσταμένων και Σχολικών Συμβούλων να μετέχουν εκπρόσωποι του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ...»
Ο σύμβουλος πρέπει να καταργηθεί στις επιτροπές κρίσης σύμφωνα με την ΟΛΜΕ γιατί γενικά οι σύμβουλοι που δεν είναι διοικητικοί δεν ελέγχονται τόσο εύκολα από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Η στοιχειώδης κρίση ακόμα και της στοιχειώδους επιστημονικής συγκρότησης του υποψηφίου διευθυντή αφήνεται στην επιτροπή της συνέντευξης! Αυτό το αίτημα το ικανοποίησε η κυβέρνηση παραβαίνοντας τον νόμο.

Το αίτημα της ΟΛΜΕ: Να καταργηθεί το 6ο διορισμένο μέλος (Σχ. Σύμβουλος) το οποίο μετέχει σήμερα στα Υπηρεσιακά Συμβούλια, όταν αυτά επιλέγουν τους Διευθυντές σχολικών των μονάδων.
Η διαφωνία της ΟΛΜΕ για την μονομέρεια τάχα «της εξειδίκευσης που την προωθεί το κεφάλαιο για να εκμεταλλεύεται την εργασία» τώρα μετατρέπεται στο αντίθετό της: «Να γίνεται διάκριση των μεταπτυχιακών τίτλων και των επιπλέον πτυχίων των κρινομένων, σε εκείνα που έχουν συνάφεια με τη θέση που διεκδικεί ο υποψήφιος / η υποψήφια και σε εκείνα που δεν έχουν. Για τα πρώτα να προβλέπεται ικανός αριθμός αξιολογικών μονάδων, ενώ τα άλλα να μοριοδοτούνται συμβολικά.» Έτσι εξοντώνουν όλους τους πιο σφαιρικά μορφωμένους και καταρτισμένους ανθρώπους.
Και τώρα η απειλή προς τους αντιπάλους που για να έχει την όψη δημοκρατικής στάσης βαφτίζει τον αντίπαλο αυταρχικό: «Από τους πίνακες εξαιρούνται αυτόματα και με δικαίωμα veto του συνδικαλιστικού κινήματος όσα στελέχη ελέγχονται αποδεδειγμένα για αυταρχική συμπεριφορά.» Για μερικούς από τους αξιολογητές της περιμένουμε να δούμε τι θα κάνει η ΟΛΜΕ και οι ΕΛΜΕ για να εκτιμήσουμε τι εννοούν με τη λέξη αυταρχικός. Μπορούν πάντως κάλλιστα να εννοούν όσους είναι ενάντια στις πιο μισητές και πραξικοπηματικές ψευτοκαταλήψεις, στην πραγματικότητα εισβολές ή να τα έχουν βάλει με την πιο τεμπέλικη και ανίκανη εκπαιδευτική γραφειοκρατία ή μερικές φορές με το νέο λούμπεν της τάξης στο οποίο η διεφθαρμένη γραφειοκρατία στηρίζει την εξουσία της τροφοδοτώντας το ιδεολογικά, ενθαρρύνοντάς το και καλύπτοντάς το. Βέβαια που και που υπάρχουν παλιού τύπου αντιμαθητές αυταρχικοί διευθυντές και δάσκαλοι αλλά αυτοί τις περισσότερες φορές είναι πλέον σύμμαχοι της νέας πανίσχυρης συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που την ονομάζουμε φαιοκόκκινη. Γιατί οι παλιοί και οι νέου τύπου αυταρχικοί, ψευτοαριστεροί και παλαιοδεξιοί έχουν ένα κοινό: Θέλουν τους γονείς έξω από το σχολείο για να χειρίζονται όπως θέλουν τους μαθητές, που σημαίνει είτε προς την γραφειοκρατική καταστολή είτε προς την διαλυτική λουμπενοποίηση.

Και ο κατάλογος των αιτημάτων της ΟΛΜΕ μπροστά σε αυτή τη λαίλαπα των εκκαθαρίσεων κλείνει με την θέση: «Σε κάθε περίπτωση τα μοριοδοτούμενα κριτήρια (τυπικά προσόντα) να έχουν καθοριστικό βάρος στις επιλογές στελεχών.»
Η θέση αυτή, που σημαίνει μια έμμεση διαμαρτυρία για το τεράστιο και αυθαίρετο, αδιαφανές βάρος της συνέντευξης είναι πάλι για τα μάτια, είναι κούφια λόγια. Γιατί δεν συνοδεύεται από καμιά άξια λόγου διαμαρτυρία από καμιά κινητοποίηση, από καμιά καταγγελία των ως τώρα κρίσεων, από κανέναν ξεσηκωμό, απεργία κλπ και άλλα από όσα τόσο εύκολα κάνει η ΟΛΜΕ για τα δικά της συμφέροντά και για την εξουσία της όταν αυτή απειλείται. Θυμόμαστε τι επανάσταση έκανε η ΟΛΜΕ ενάντια στην αξιολόγηση Αρσένη που ήταν χίλιες φορές πιο αξιόπιστη από αυτό τον εκτρωματικό νόμο των κρίσεων που έστησε η ΝΔ με τη σιωπηρή αλλά καίρια βοήθεια της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ. Άλλωστε χωρίς την ύπαρξη του δημοκρατικού πόλου στην εκπαίδευση ποιος θα ελέγχει τους όποιους ελεγκτές και ποιος θα υπερασπίζει τα αντικειμενικά κριτήρια και τους καλλίτερους υποψηφίους για το συμφέρον της εκπαίδευσης; Δηλαδή και στην περίπτωση που τα αντικειμενικά κριτήρια κυριαρχήσουν στο νόμο τότε τα διάφορα πτυχία χωρίς ένα προοδευτικό κίνημα θα μοριοδοτούνται συμβολικά από την άρχουσα τάξη γιατί τότε θα μπορούν όπως είδαμε παραπάνω να βαφτιστούν μη συναφή με τη θέση που διεκδικεί ο υποψήφιος!
Σήμερα λοιπόν περισσότερο από ποτέ είναι ανάγκη να οργανωθούν οι αυθόρμητες αντιστάσεις της πλειοψηφικής δημοκρατικής μάζας των εκπαιδευτικών, των μαθητών των γονιών και των φοιτητών, που έχουν τεθεί στο περιθώριο για να αποκαταστήσουν την πολιτική δημοκρατία στην εκπαίδευση.
Πρόκειται για τους μαθητές, τους προοδευτικούς καθηγητές και τη μεγάλη πλειοψηφία των γονιών, δηλαδή για το λαό, που θέλει μια δημοκρατική παιδεία, παιδεία του επιστημονικού πειραματισμού, απαλλαγμένη από τον νέο και τον παλιό μεγαλοϊδεατισμό, δεμένη με την παραγωγή και αμείλικτα εχθρική στη νέα ακροδεξιά γραφειοκρατική κατάρα.
Οι προοδευτικοί καθηγητές και δάσκαλοι που θα υπερασπιστούν με τα όπλα της επιστήμης τους μπροστά στο λαό και με τον λαό την ανάπτυξη και την έρευνα, την σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή, τον αστικό δημοκρατικό και τον προλεταριακό διαφωτισμό απέναντι στην νεοχιτλερική βαρβαρότητα του άξονα Ρωσίας-Κίνας-Ιράν, θα συγκρουστούν αναγκαστικά και θα καταγγείλουν τις υπονομευτικές για όλο το έθνος πολιτικές των δήθεν αριστερών, στην πραγματικότητα των νεο-ακροδεξιών. Τέτοιοι δάσκαλοι δεν μπορεί παρά να έχουν αρνηθεί την εκπαιδευτική ανατολικού γραφειοκρατικού-φασιστικού τύπου λειτουργία που τους ανέθεσε το νέο καθεστώς. Αυτός ο αριστερός τρόπος ένταξης του δάσκαλου στο κεφαλαιώδες ζήτημα του ταξικού περιεχομένου της λειτουργίας του είναι μια επαναστατική πράξη επώδυνη γι’ αυτούς που θα την αποτολμήσουν. Είναι η απόλυτη άρνηση της ένταξης του δάσκαλου στο αντιεκπαιδευτικό μέτωπο παιδείας της ψευτοαριστεράς, του Καραμανλή και της Λαλιωτικής ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ, αυτού του μετώπου που κυριαρχεί στην ΟΛΜΕ και την ΔΟΕ.

Αθήνα 25/11/2007