Θέσεις αναφοράς για ένα δημοκρατικό Φόρουμ για τα ζητήματα της παιδείας


Εμείς (μέλη ΔΕΠ, φοιτητές, μαθητές, δάσκαλοι της στοιχειώδους και μέσης εκ-παίδευσης, γονείς και κάθε άλλος ενδιαφερόμενος για την παιδεία), ανεξάρτητα από κάθε άλλη πολιτική τοποθέτηση και διαφορές στις πολιτικές και ιδεολογικές μας α-πόψεις:

1. Συμφωνούμε στη διαπίστωση ότι η ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας βρίσκεται σε τροχιά αποσύνθεσης σε όλα τα επίπεδα: στο ερευνητικό, στο εκπαιδευτικό και στο διοικητικό. Πρόκειται για μια κατάσταση στην οποία καθηγητές και φοιτητές, άν-θρωποι και εγκαταστάσεις φθείρονται και διαφθείρονται σε μια διαδικασία που απο-σπά συνολικά τεράστιους ανθρώπινους και υλικούς πόρους από την κοινωνία, για να τους σπαταλήσει συντρίβοντας την πλειοψηφία καθηγητών και φοιτητών και ωφελώ-ντας μόνο μια μικρή μειοψηφία. Αν και σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης παρα-τηρούνται ανάλογα φαινόμενα, επειδή σε καμιά άλλη βαθμίδα όσο στην ανώτατη δεν έχει προχωρήσει τόσο πολύ η αποσύνθεση και η διαφθορά και επειδή από την ατμό-σφαιρα στην ανώτατη εξαρτώνται ιδεολογικά όλες οι βαθμίδες της εκπαίδευσης, το ενδιαφέρον μας στρέφεται πρωταρχικά στην ανώτατη εκπαίδευση.

2. Θεωρούμε ότι η βαθύτερη αιτία της σημερινής κατάστασης είναι η διατήρηση και διεύρυνση στα ΑΕΙ της εξουσίας μιας μειοψηφικής παρασιτικής γραφειοκρατίας, που για τις υλικές ανάγκες της λειτουργίας και της αναπαραγωγής της καταπατεί εντός τους βασικές δημοκρατικές αρχές και ατομικά δικαιώματα. ΄Eχουμε περάσει εδώ και πολύ καιρό σε μια κατάσταση παρακρατικής επέμβασης, που ασκείται μέσω κομμα-τικών στρατών συναλλαγής και βίας. Όταν μιλάμε για κόμματα, δεν αναφερόμαστε μόνο στις επίσημες κομματικές δομές, αλλά και σε ανεπίσημες και άτυπες τάσεις και οργανωμένες δυνάμεις μέσα σε κόμματα.
Αυτοί οι στρατοί, στους οποίους συμμετέχουν φοιτητές και ορισμένα μέλη μιας μειοψηφίας του ΔΕΠ, δεν έχουν σχέση με το δημοκρατικό θεσμό «πολιτικό κόμμα», αλλά με την αρπαγή δημόσιας εξουσίας και δημόσιου πλούτου με τις μεθόδους της εξαγοράς, της διαφθοράς και της βίας. Μέσα σε όλο τον κρατικό μηχανισμό μόνο στην ανώτατη εκπαίδευση συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό το εξής φαινόμενο: Οι κομμα-τικοί στρατοί επεμβαίνουν και αποφασίζουν για ό,τι αφορά την πρόσληψη και την προαγωγή του εκπαιδευτικού προσωπικού, την επιλογή των μεταπτυχιακών και τη βαθμολογία, και συχνά το μοίρασμα των υλικών μέσων. Αυτό το κάνουν με τη συ-ναλλαγή, δηλαδή με την εξαγορά των συνειδήσεων, και κυρίως με τη βία. Που ση-μαίνει με καταλήψεις εργαστηρίων και γραφείων, με εισβολές και τραμπουκισμούς σε συνεδριάσεις εκλεγμένων οργάνων, με το όργιο της ψυχολογικής και της φυσικής βίας που ασκούν στις συνελεύσεις, στους διαδρόμους και στους δρόμους και, τελικά, με συκοφαντίες και ποινικές διώξεις. Μ’ αυτές τις μεθόδους μπορούν -σε τελική ανά-λυση- να παύουν και να διορίζουν πρυτανείες, να απορρίπτουν ερευνητές και δασκά-λους ολκής, να παραχωρούν θέσεις και κύρος σε επιστημονικές μετριότητες? παντού προσπαθούν να επιβάλουν την αδιαφορία, την κοπάνα, την αδιαφάνεια, τη σήψη, τη διαφθορά και τη διάλυση του πανεπιστημίου ως προϋπόθεση για τον έλεγχό του. Τη δικτατορία της παρασιτικής μειοψηφικής γραφειοκρατίας στην ανώτατη εκπαίδευση τη στηρίζουν οι φοιτητικοί στρατοί βίας με μέλη που προσβλέπουν στην αποκατά-στασή τους σε μια θέση στον κρατικό μηχανισμό ή σ’ αυτή τη γραφειοκρατία.
4. Για να πραγματοποιήσουν αυτή την καταστροφική και αρπακτική δικτατορία τους δίχως να γίνουν αντιληπτοί από την κοινή γνώμη, οι μειοψηφικοί πανεπιστημιακοί κομματικοί στρατοί έχουν επιβάλει και περιφρουρούν μία αρχή, που είναι και η βάση της εξουσίας τους: Την κατάργηση κάθε αξιολόγησης στο ερευνητικό και διδα-κτικό έργο και τον αποκλεισμό, τη στασιμότητα, την απομόνωση και τον επι-στημονικό-ερευνητικο στραγγαλισμό οποιουδήποτε επιστήμονα δεν ανήκει ή δεν υποκύπτει σ’ αυτή τη γραφειοκρατία. Γι’ αυτό επίσης απεχθάνονται, εκτός από την αξιολόγηση των ξεχωριστών δασκάλων, και την αξιολόγηση των τμημάτων των σχο-λών και των πανεπιστημίων από αναγνωρισμένους ειδικούς εντεταλμένους φορείς, καθώς και την έμμεση αξιολόγηση που προκύπτει από την εμπλοκή των πανεπιστη-μίων στην παγκόσμια αγορά έρευνας και γνώσης (διαγωνισμοί για ερευνητικά προ-γράμματα, σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή, ελευθερία στην ίδρυση μη κρατι-κών πανεπιστημίων). Ως σημαία τους για την άρνηση της έμμεσης αξιολόγησης υψώ-νουν οι στρατοί της παρασιτικής εκπαιδευτικής γραφειοκρατίας την καταγγελία του καπιταλιστικού ανταγωνισμού της ελεύθερης αγοράς και του κέρδους. Αυτή είναι η σημαία που σήκωσαν τον αιώνα που μας πέρασε και σηκώνουν και τώρα οι οπαδοί της χειρότερης κρατικής καπιταλιστικής μονοπωλιακής δικτατορίας, που ονομάζεται φασισμός. Εννοείται, βέβαια, ότι η συνεργασία των επιχειρήσεων με το πανεπιστήμιο δεν μπορεί να γίνεται με όρους αδιαφάνειας και με επιχειρήσεις που να είναι απλές βιτρίνες, μηχανισμοί συναλλαγής με τους κομματικούς και παρασιτικούς μηχανι-σμούς. Προϋπόθεση αυτών των σχέσεων είναι η διασφάλιση των συμφερόντων του πανεπιστημίου, που δεν μπορεί παρά να είναι η ανάπτυξη της έρευνας, της διδασκα-λίας, και των συμφερόντων των φοιτητών, της πανεπιστημιακής κοινότητας γενικά και κατ’ επέκταση των συμφερόντων της κοινωνίας.

4. Το προσχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας ήρθε για να ρυθμίσει κάποια από τα προβλήματα που περιγράψαμε, δηλαδή προβλήματα ενός πανεπιστημίου σαν το ση-μερινό ελληνικό, που βρίσκεται σε αποσύνθεση, και όχι προβλήματα ενός αναπτυγ-μένου εκπαιδευτικού συστήματος. Γι’ αυτό το λόγο εκτιμάμε ότι το προσχέδιο του νέου νόμου-πλαισίου ήταν συντριπτικά θετικό στο περιεχόμενό του, γιατί, αν και με δειλό τρόπο, επιχειρούσε να περιορίσει τη δικτατορία των κομματικών στρατών και να αναπτύξει κυρίως τις διαδικασίες αξιολόγησης, αλλά και ελέγχου και διαφά-νειας, έτσι ώστε να μειώσει τα φαινόμενα διαφθοράς, παρακμής και διάλυσης στα Πανεπιστήμια. Όμως αυτό το σχέδιο μισοανατράπηκε από την ίδια την κυβέρνηση, που υποχώρησε στις πιέσεις του αντιδραστικού «κινήματος παιδείας» και αφαίρεσε νευραλγικά αντικειμενικά στοιχεία της αξιολόγησης των καθηγητών. Σε μεγάλο βαθ-μό μάλιστα παραμορφώθηκε και αντιστράφηκε, δηλαδή μετατράπηκε στο αντίθετό του, καθώς έδωσε περισσότερες εξουσίες στην παρασιτική γραφειοκρατία απ’ όσες είχε πριν. Έτσι στο νέο νόμο-πλαίσιο, ως τελευταίο οχυρό της μεταρρύθμισης απέμε-νε μόνο ένα σημείο ουσίας, αλλά αδιευκρίνιστο και ανεπεξέργαστο: το τετραετές πρόγραμμα ανάπτυξης των πανεπιστημίων. Αυτοί που θέλουν να καταργήσουν και αυτό το τετραετές θέλουν να καταργήσουν τη βασική προϋπόθεση της εφαρμογής του: την αξιολόγηση των ακαδημαϊκών μονάδων (την ταυτότητα κάθε πανεπιστημί-ου).
5. Είναι αυτονόητο για μας ότι ένας πραγματικά αναπτυγμένος νόμος-πλαίσιο θα έ-πρεπε να περιέχει επιπλέον βασικά στοιχεία, όπως να διευκολύνει τη σύνδεση του πανεπιστημίου με την παραγωγή, του πτυχίου με την εργασία και γενικά να συνδυά-ζει την υλική με την πνευματική δραστηριότητα των ανθρώπων. Στη χώρα μας όμως αντιμετωπίζουμε άλλης τάξεως προβλήματα: Το πανεπιστήμιό μας πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να γίνει δημοκρατικό. Αυτό σημαίνει ότι οφείλει πρώτ’ απ’ όλα να παραμερίσει το τεράστιο εμπόδιο της δραστήριας υπονόμευσής του από εντεταλμένους συνδικα-λιστικούς και κομματικούς στρατούς βίας, που ήδη εκδηλώνεται μπροστά στα μάτια όλης της κοινωνίας και που θα παίρνει όλο και πιο ωμές μορφές, όσο οι σημερινές κυρίαρχες δυνάμεις μέσα στο πανεπιστήμιο θα αισθάνονται ότι απειλούνται. Ας μην αμφιβάλλει κανείς ότι αυτές οι δυνάμεις δε θα εγκαταλείψουν τα προνόμιά τους χω-ρίς πολύ σκληρή μάχη. Κυρίως δε θα το κάνουν, αν απέναντι τους οι δημοκράτες φοι-τητές και καθηγητές στέκονται μόνο σαν αδύναμες ατομικές μονάδες ή σαν άλλοι υποταγμένοι κομματικοί στρατοί συναλλαγής. Οποιαδήποτε θετικά μέτρα στο νέο νόμο-πλαίσιο, όπως η αναλογική εκπροσώπηση των φοιτητών, ο συνήγορος του πα-νεπιστημίου και η δημοσίευση των πεπραγμένων δε θα μπορούν από μόνα τους με κανένα τρόπο να ανατρέψουν το σημερινό μπλοκ εξουσίας στα ΑΕΙ. Αυτή την κατά-σταση μόνο ένας εξίσου καλά οργανωμένος δημοκρατικός πόλος, που ήδη διαμορ-φώνεται στα ΑΕΙ και σε όλη την εκπαίδευση, μπορεί να την ανατρέψει.

6. Η μόνη οργανωμένη κοινωνική συμμαχία που είναι σε θέση να αλλάξει το Πανε-πιστήμιο είναι η συμμαχία των έντιμων, άξιων και δημοκρατών εκπαιδευτικών δίπλα στη μεγάλη πλειοψηφία των φοιτητών, που αποτελούν από τον όγκο και τη φύση τους την κύρια δύναμη αλλαγών στο πανεπιστήμιο. Δίχως αυτή τη συμμαχία δε θα υπάρξει ποτέ καμιά μεταρρύθμιση και πρόοδος, για τον απλό λόγο ότι το παλιό καθε-στώς, επειδή αντλεί το μεγαλύτερο όγκο των κομματικών του στρατών από φοιτητές, θα είναι σε θέση να αξιοποιεί τις αντιθέσεις της μεγάλης πλειοψηφίας των φοιτητών με τα λάθη και κυρίως τις αδυναμίες των καθηγητικών δυνάμεων της οποιασδήποτε μεταρρύθμισης. Οι φοιτητές, για παράδειγμα δεν έχουν ακόμα καθόλου επαρκείς εγ-γυήσεις ότι η μεταρρύθμιση της «αντιδιάλυσης» θα λειτουργήσει στην πράξη και υπέρ τους. Άλλωστε, σε ορισμένες περιπτώσεις πίσω από το σύνθημα «ενάντια στη διάλυση και στις “εύκολες” σπουδές», δηλαδή ενάντια σε πτυχία κενά επιστημονικής κατάρτισης, κρύβονται διαθέσεις αναβίωσης τής από καθέδρας αξιωματικής, γρα-φειοκρατικής και παράλογα εντατικοποιημένης διδασκαλίας, που ιστορικά είναι δε-μένες και με τον καθηγητικό αυταρχισμό. Η όποια αναβάθμιση του πανεπιστημίου οφείλει να παίρνει πρώτα απ’ όλα υπόψη της τις διαθέσεις και τα συμφέροντα των φοιτητών και να διαμορφώνει μια ατμόσφαιρα δημοκρατίας, άνεσης συνεργασίας και αλληλοβοήθειας ανάμεσα σε όλους τους παράγοντες της πανεπιστημιακής ζωής.

7. Η αποσύνθεση του πανεπιστημίου διαχέεται σε όλη την εκπαίδευση. Η πολιτική της διάλυσης απομονώνει τη χώρα μας από τις επιστημονικά και τεχνολογικά ανε-πτυγμένες χώρες, αποσυνδέει την εκπαίδευση από την παραγωγή, αλλά και την κοι-νωνία από την πράξη, τον πειραματισμό, τη σύγχρονη επιστήμη και την τεχνολογία. Οι δεξιότητες και το τεχνολογικό πνεύμα της κοινωνίας αμβλύνονται. Πρόκειται για πελώρια υπονόμευση των βάθρων της υλικής και της πνευματικής ζωής του τόπου.
Αυτό το πνεύμα έχει δηλητηριάσει πια για τα καλά και τη στοιχειώδη και, ακόμα πιο πολύ, τη δημόσια μέση εκπαίδευση. Εκεί δεν υπάρχει τόσο η βία, όσο η διάλυση και η εγκατάλειψη. Εκεί η διαφθορά δεν έχει τόσο έντονα τη μορφή του οικονομικού σφετερισμού, όπως στα Πανεπιστήμια, αλλά τη μορφή της συστηματικής λούφας, της αδιαφορίας ή τελικά της παραίτησης μεγάλου μέρους του διδακτικού προσωπικού. Αυτή η κατάσταση στηρίζεται από την κυρίαρχη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που έχει καταλάβει όλα τα συνδικαλιστικά όργανα, τα έχει απομαζικοποιήσει και τα έχει μετατρέψει σε μηχανές κομματικών ψηφισμάτων, και κυρίως σε μηχανισμούς εισό-δου των συνδικαλιστικών στελεχών της στο κράτος. Αυτή η γραφειοκρατία δικαιολο-γεί την εγκατάλειψη ή τον υποβιβασμό του διδακτικού της έργου με την «αριστερή» στη μορφή και υπεραντιδραστική στο περιεχόμενο «θεωρία» ότι οι μαθητές δεν έχουν πολλά να μάθουν σε ένα αστικό ταξικό σχολείο και σε μια αστική κοινωνία, ενώ οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν λόγους ούτε να διδάξουν με θέρμη, αφού πληρώνονται λίγο, ούτε να διδάξουν αποτελεσματικά, αφού και οι ίδιοι δεν εκπαιδεύονται. Αυτή η «θε-ωρία» δικαιολογεί, αντικειμενικά, την αφαίρεση στην πράξη και της μικρής δυνατό-τητας για κάποια μόρφωση που έχουν τα παιδιά των φτωχών τμημάτων του πληθυ-σμού, τα μόνα πραγματικά αιχμάλωτα της δημόσιας παιδείας. Κινητήρια δύναμη αυ-τής της μερικής ή ακόμα και ολικής εγκατάλειψης του εκπαιδευτικού έργου είναι και εδώ, όπως και στην ανώτατη εκπαίδευση, η επιβολή τού βασικού αιτήματος κάθε πα-ρασιτικής και ανίκανης γραφειοκρατίας, αίτημα που έχουν υιοθετήσει και οι κομμα-τικοί συνδικαλιστικοί στρατοί της κατώτερης βαθμίδας της εκπαίδευσης: το «όχι στην αξιολόγηση». Το αποτέλεσμα του καθεστώτος της πολύχρονης και ολοκληρωτικής μη αξιολόγησης είναι η αποσύνθεση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, που αποκορυφώνε-ται στο λύκειο. Εκεί η έννοια της ενιαίας εκπαιδευτική διαδικασίας έχει διαλυθεί α-νάμεσα στην αδιαφορία των μαθητών που έχασαν το τρένο της μόρφωσης και υποφέ-ρουν, αλλά και που αποτελειώνουν την εκπαιδευτική διαδικασία ως μαθητικό λού-μπεν, και στην περιφρονητική αδιαφορία για την εκπαιδευτική διαδικασία εκείνων των μαθητών που υπομένουν ένα σχολείο που είναι ένα βαρετό πραχτικό εμπόδιο στην κυρίως εκπαίδευσή τους, που είναι η φροντιστηριακή.
Οι εκπαιδευτικοί που αντιστέκονται σ’ αυτήν την κατάσταση όλο και λιγοστεύ-ουν, καθώς είτε παραιτούνται είτε καταφεύγουν σε σπασμωδικές συγκρούσεις με τους μαθητές, οι οποίες τους οδηγούν σε απελπιστική απομόνωση. Και εδώ, όπως και στα ΑΕΙ, καμιά λύση δεν είναι δυνατή χωρίς τη συγκρότηση ενός πλατιού μετώπου εκπαιδευτικών, γονιών και μαθητών, κυρίως εκείνων των μεγαλύτερων τάξεων. Αυτό είναι ένα τιτάνιο έργο ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το κλειδί αυτής της προσπάθειας ανα-συγκρότησης, που είναι η κατάχτηση από τους δημοκράτες των συλλόγων γονέων και κηδεμόνων, που σήμερα βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία των κομματικών στρα-τών και των χειρότερων γραφειοκρατικών στοιχείων τους.

Η δημοκρατική και προοδευτική πλειοψηφία πρέπει να αντιδράσει, να οργανωθεί σε κάθε σχολείο και να συσπειρωθεί όσο είναι καιρός.

Καλούμε τα μέλη ΔΕΠ και τους φοιτητές, τους εκπαιδευτικούς της μέσης και της στοιχειώδους εκπαίδευσης, τους μαθητές του Λυκείου, καλούμε τους γονείς παιδιών σε όλες τις βαθμίδες, ιδιαίτερα στις κατώτερες, καλούμε όλους τους ανθρώπους που νοιάζονται και πασχίζουν για την εκπαίδευση να μην υποκύψουν στη λογική της βίας και της ομηρίας και να συγκροτήσουν ένα δημοκρατικό πόλο παιδείας ενάντια σ’ αυτή τη βία, με την οποία το αντιμεταρρυθμιστικό μπλοκ επιχειρεί να ανατινάξει κά-θε βήμα προόδου και να βυθίσει την εκπαιδευτική διαδικασία σε όλες τις βαθμίδες της σε έναν γενικότερο νέο μεσαίωνα για τα καλά. Ειδικά τους καλούμε να μην υπο-ταχθούν στον εκβιασμό «υποκύψτε σε μας, για να μη σας τα καταστρέψουμε όλα: ερευ-νητικό κύρος, εργαστηριακές υποχρεώσεις, μεταπτυχιακές σπουδές, οικογενειακούς προϋπολογισμούς και προγραμματισμούς κυρίως στην ανώτατη, αλλά και στη μέση και στη στοιχειώδη εκπαίδευση». Θεωρούμε ότι είναι άλλο πράγμα ένα εκπαιδευτικό κί-νημα του λαού που θα εκφράζει τις διαθέσεις των περισσότερων φοιτητών, μαθητών, εκπαιδευτικών, γονιών και της πλειοψηφίας του πληθυσμού και θα στηρίζεται σ’ αυτές, και άλλο η πολιτική βία κομματικών μειοψηφικών παρακρατικών στρατών, που γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια δημοκρατικές διαδικασίες στις συνελεύσεις, στους χώρους εκπαίδευσης, στους χώρους διοίκησης και στους δρόμους της πόλης απειλώντας όχι μόνο τα πανεπιστήμια, αλλά όλη την κοινωνία με τη βία και την πολι-τική ανωμαλία, με στόχο να μη γίνει καμιά αντιπαράθεση ουσίας και αρχών ακόμη και αν οι διαλεγόμενοι υποκύψουν στις απαιτήσεις τους.
Οι εκβιαστές δεν έπεισαν ποτέ, γι’ αυτό και η εξουσία τους ποτέ δεν είχε μεγάλη διάρκεια.