ΒΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ
ΚΑΜΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΟ ΧΑΣΙΣΙ
ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΗΡΩΙΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Νέα Ανατολή της ΟΑΚΚΕ αρ. φύλ. 373, 24/6/2001
Λόγω της εξαιρετικής του σημασίας και του βάθους της ανάλυσης του ζητήματος, το άρθρο αυτό το αναδημοσιεύουμε εδώ

Πέντε βουλευτές, οι Κουβέλης, Δαμανάκη από τον ΣΥΝ, οι Μπένος και Βούγιας από το ΠΑΣΟΚ και ο Τατούλης από τη ΝΔ, κατέθεσαν στη Βουλή στις 23 του Μάη 2001 μια πρόταση νόμου 50 σελίδων για τα ναρκωτικά. Επρόκειτο για μια πιο προωθημένη πρωτοβουλία από κείνη που πήραν πριν εννιά χρόνια οκτώ βουλευτές με επικεφαλής τότε τους Λαλιώτη και Γ. Παπανδρέου. Τότε αυτοί οι δύο ήταν βουλευτές στην αντιπολίτευση και τον Μάιο που κατατέθηκε η πρόταση ηγέτες μιας κυβέρνησης. Ο ίδιος ο Λαλιώτης δεν συμμετείχε στην πρόταση νόμου, αλλά οι Βούγιας και Μπένος ήταν δικοί του, όσο για τον Γ. Παπανδρέου αυτός έστειλε ενθουσιώδες μήνυμα υπέρ της πρωτοβουλίας των πέντε. Εννοείται ότι τότε, όπως και σήμερα, στο πολιτικό κέντρο τέτοιων πρωτοβουλιών είναι ο ΣΥΝ. Όσο για τον Τατούλη, αυτός ήταν ο αναγκαίος φιλελεύθερος καλών προθέσεων που χρησιμοποιεί ο σοσιαλφασισμός ( σοσιαλισμός στα λόγια και φασισμός στην πράξη) σα δημοκρατικό μανδύα για τις επιθέσεις του στο λαό.
Η πρόταση των “5” από όσα γράφτηκαν στον τύπο και ανακοινώθηκαν στις τηλεοπτικές εκπομπές, περιελάμβανε δύο ουσιώδη πρακτικά νομοθετικά μέτρα. Το ένα είναι ότι ο χρήστης σκληρών ναρκωτικών δεν διώκεται ποινικά και μπορεί να παίρνει τη δόση του από το κράτος. Το δεύτερο και το βασικότερο, ότι απελευθερώνεται γενικά και η ατομική χρήση του χασισιού και η παραγωγή χασισιού για ατομική χρήση. Και στις δύο περιπτώσεις η πρόταση νόμου καλύπτονταν πίσω από τις πιο ακραίες φιλελεύθερες ευρωπαϊκές νομοθεσίες, στην περίπτωση της ηρωίνης πίσω από μια διαδεδομένη πρακτική σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, στη δεύτερη του χασισιού πίσω από την πρακτική αποκλειστικά της Ολλανδίας. Στο θεωρητικό υπόστρωμα της πρότασης των “5” ήταν κυρίαρχες δύο θέσεις που μηρυκάζουν διαρκώς μέχρι και σήμερα σοσιαλφασίστες και φιλελεύθεροι: η πρώτη είναι ότι η διάδοση των ναρκωτικών ευνοείται ή ακόμα και οφείλεται στην παρανομία τους και η δεύτερη ότι το χασίσι δεν είναι ναρκωτική ουσία. Η σύνθεση και των δύο αυτών θέσεων πραγματοποιείται στο “σενάριο” που έχει κέντρο του τον έμπορο ναρκωτικών.

ΔΕΝ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΑΡΚΩΤΙΚΟΥ

Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, είναι ο έμπορος σκληρών ναρκωτικών που προκαλεί τη χρήση των σκληρών ναρκωτικών με τον εξής τρόπο: εκμεταλλεύεται την παρανομία της διακίνησης του χασισιού, που είναι τάχα μια αρκετά αθώα και πολύ διαδεδομένη ουσία και την διαθέτει μέσω του εγκληματικού του παράνομου κυκλώματος. Έτσι οι χρήστες χασισιού έρχονται σε επαφή με τον έμπορο. Τότε ο έμπορος κάποια στιγμή τους πλασάρει ηρωίνη. Στο σημείο αυτό υποδουλώνονται σωματικά και ψυχικά από τον έμπορο και γίνονται διακινητές και ηρωίνης και χασισιού διευρύνοντας οι ίδιοι πλέον το χώρο αγοράς του εμπόρου παράγοντας ταυτόχρονα νέα θύματα. Η λύση λοιπόν που προτείνουν οι παραπάνω σεναριογράφοι είναι η εξής: νομιμοποιούμε την ατομική παραγωγή και χρήση του χασισιού και τελειώνουμε με τη σύνδεση χασικλή – εμπόρου. Ύστερα, για να κόψουμε και την σύνδεση ηρωινομανούς – εμπόρου δίνει το κράτος τη δόση του στον ηρωινομανή, οπότε αυτός απεξαρτάται από τον έμπορο. Με αυτά τα δύο μέτρα ο έμπορος απομονώνεται, το εμπόριο συρρικνώνεται ή καταρρέει και τότε δεν υπάρχει προμήθεια. Αυτή η θεωρία εξηγεί την παραγωγή και την κατανάλωση των ναρκωτικών από την ύπαρξη του εμπόρου και είναι προϊόν όλης εκείνης της αντιδραστικής μικροαστικής οικονομολογίας που πάντα απέδιδε στον έμπορο, στο χρήμα και στο κέρδος την αιτία όλων των κοινωνικών κακών. Στο βάθος πρόκειται για μια ακόμα έκδοση του αντιδραστικού αντικαπιταλισμού στη βάση του οποίου βρίσκεται η θέση ότι οι ανθρώπινες ατομικές ανάγκες δεν βγαίνουν από τα σπλάχνα της ίδιας της κοινωνικής ζωής, αλλά είναι προϊόν του κεφαλαίου, στην προκειμένη περίπτωση του εμπορικού κεφαλαίου που διακινεί ναρκωτικά: δηλαδή δεν υπάρχουν οι έμποροι ναρκωτικών, επειδή υπάρχει ατομική ζήτηση για την κατανάλωση ναρκωτικών, αλλά υπάρχει ζήτηση ναρκωτικών επειδή αυτή την προκαλούν οι έμποροι ναρκωτικών. Αυτή τη θέση τη χρησιμοποιεί παντού ο αντιδραστικός αντικαπιταλισμός. Σύμφωνα με αυτήν οι ατομικοί καταναλωτές δεν χρησιμοποιούν ηλεκτρικά πλυντήρια και αυτοκίνητα επειδή αισθάνονται την ανάγκη γι’ αυτά μέσα από μια αντικειμενική κοινωνική διεργασία, αλλά επειδή την ανάγκη τους για πλυντήρια και αυτοκίνητα τους τη γεννάει η διαφήμιση και η ευρύτερη ιδεολογική προπαγάνδα, που οργανώνουν το κεφάλαιο της αυτοκινητοβιομηχανίας και το κεφάλαιο της βιομηχανίας ατομικών συσκευών. Αυτή τη θέση την προώθησε και την προωθεί συστηματικά ο σοσιαλιμπεριαλισμός κάτω από τον γενικό τίτλο “καταναλωτική κοινωνία” και υπότιτλο “πλασματικές ανάγκες” για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι όλες οι σοσιαλ-ιμπεριαλιστικές χώρες και πρώτα απ’ όλες η ΕΣΣΔ αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν τις ζωτικές καταναλωτικές ανάγκες των πληθυσμών τους, και να αναπτύξουν τη βιομηχανία καταναλωτικών ειδών, στο όνομα τάχα της “άμυνας της σοσιαλιστικής χώρας” και με το συνοδευτικό επιχείρημα ότι προηγούνται οι συλλογικές καταναλωτικές δαπάνες του πληθυσμού, όπως αυτοί τις όριζαν. Στο βάθος πρόκειται για μια σύγχρονη επανέκδοση του μεσαιωνικού ασκητισμού όπως τον προπαγάνδιζαν οι παπάδες προκειμένου να μην διεκδικούν οι εξαθλιωμένοι δουλοπάροικοι από τους φεουδάρχες δυνάστες τους τίποτα υλικότερο από την ουράνια σωτηρία. Όσοι βέβαια έχουν έστω και κάποια μακρινή σχέση με τον μαρξισμό ξέρουν ότι κάθε κεφαλαιοκρατική παραγωγή και κυκλοφορία πραγματοποιείται πάνω στο έδαφος των ανθρώπινων καταναλωτικών αναγκών. Και αυτό ανεξάρτητα από τον ιστορικά προοδευτικό ή αντιδραστικό χαρακτήρα αυτών των αναγκών και ανεξάρτητα από τον εποικοδομητικό ή καταστροφικό ρόλο που συνεπάγεται η ικανοποίηση αυτών των αναγκών πάνω στα ίδια τα άτομα. H ατομική ανάγκη για ναρκωτικά, η ανάγκη για πορνογραφήματα και η ανάγκη για λαχεία δεν ενδιαφέρουν τους επιμέρους κεφαλαιοκρατικούς τομείς σαν τέτοιους πιο πολύ από τις ανάγκες που υπάρχουν για πλυντήρια και για αυτοκίνητα. Η βιομηχανία πορνογραφημάτων, ή οι εκδοτικοί οίκοι που τυπώνουν το “Κεφάλαιο” του Μαρξ είναι σαν καπιταλιστικοί οργανισμοί εξίσου αδιάφοροι για την ηθική αξία του προϊόντος τους. Αντίστοιχα και οι ίδιες οι ανάγκες είναι ανεξάρτητες από τις επιμέρους βιομηχανίες που τις καλύπτουν. Ασφαλώς ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής παράγει και διαρκώς καινούργιες ανάγκες καθώς και τα ιδιαίτερα προϊόντα που είναι δεμένα με αυτές τις νέες ανάγκες. Αλλά αυτό δεν είναι στην πρόθεση ούτε προϊόν επινόησης κάποιου φανταστικού και αφηρημένου συλλογικού κεφαλαιοκράτη, και ακόμα περισσότερο κάποιας ειδικής μερίδας του κεφαλαίου, αλλά προκύπτει αναγκαστικά από τις λειτουργίες του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού συστήματος στο σύνολό του. Για παράδειγμα, η ανάγκη που έχουν για δανεισμό οι δίχως πιστωτική επιφάνεια επιχειρηματίες είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό και εξυπηρετείται από τους τοκογλύφους αλλά δεν είναι οι τοκογλύφοι που προκάλεσαν αυτή την ανάγκη. Όσο θα υπάρχει καπιταλισμός θα υπάρχει και τοκογλυφικό κεφάλαιο, αλλά δεν προκάλεσε αυτό το κεφάλαιο την τοκογλυφία. Η ατομική ανάγκη για ναρκωτικά, ή καλύτερα οι άνθρωποι που είναι επιρρεπείς στο να καταναλώσουν ναρκωτικά, υπάρχει στον ίδιο βαθμό που υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι επιρρεπείς στα λαχεία και ακόμα κάποιοι άλλοι στα πορνογραφήματα. Με τα ναρκωτικά ζει κανείς στην φαντασία του έναν καλύτερο κόσμο. Με τα λαχεία και το τζόγο γενικά αγοράζει κανείς την φαντασίωση μιας πλούσιας ζωής και με τα πορνογραφήματα την φαντασίωση μιας ανεκπλήρωτης σεξουαλικής ηδονής. Αυτές οι αγορές δεν είναι οι μοναδικές με τις οποίες οι άνθρωποι καταναλώνουν στην φαντασία τους ότι δεν μπορούν να ζήσουν στην πράξη. Οι επιχειρήσεις της θρησκευτικής λατρείας, ένα βασικό μέρος της βιομηχανίας θεάματος και το κύριο μέρος της αθλητικής βιομηχανίας είναι τέτοιες μορφές φανταστικού ξεπεράσματος των πραγματικών αντιφάσεων της κοινωνικής ζωής και αντίστοιχες μορφές κοινωνικής και προσωπικής αλλοτρίωσης. Εκείνο που περισσότερο χαρακτηρίζει τις τρεις που εντοπίσαμε είναι ότι ο φανταστικός τους κόσμος μπορεί εύκολα να συντρίψει την πραγματική τους ζωή και ειδικά στην περίπτωση των ναρκωτικών, να τους ρίξει στον πιο απίστευτο εξευτελισμό. Σε αυτά τα πάθη και τις πανίσχυρες έξεις, δεν είναι ευάλωτος ο κάθε άνθρωπος. Είναι πιο ευάλωτα τα κοινωνικά, ψυχικά και οικονομικά πιο τραυματισμένα κομμάτια του πληθυσμού. Επίσης είναι αυτά που προσωπικά βασανίζονται περισσότερο στο πρακτικό επίπεδο γιατί είναι περιορισμένη η οικονομική τους δυνατότητα για να προμηθεύονται ασταμάτητα το αντικείμενο ή το μέσο του πάθους τους. Εννοούμε εδώ ότι για τους πολύ πλούσιους ποτέ τα ναρκωτικά δεν αποτέλεσαν ένα αξεπέραστο πρόβλημα εξωτερικής εξάρτησης, και τελικά προσωπικής δουλείας ή εξαθλίωσης, ούτε ο τζόγος, ούτε το σεξουαλικό βίτσιο. Αυτές οι εξαρτήσεις γίνονται πραγματική κόλαση για τους πιο φτωχούς. Όσο λοιπόν ο πραγματικός κόσμος θα έχει τόσο βαθιές αντιφάσεις και βασικά ταξικές αντιφάσεις ώστε να πετάει ένα κομμάτι του πληθυσμού μεγάλο ή μικρό στο χώρο του ψυχικού πόνου και του αισθήματος του διαρκώς ανικανοποίητου, ή θα φτιάχνει ανθρώπους τεμαχισμένους δίχως πλούσια κοινωνική ζωή, δίχως αυτοεκτίμηση και δίχως κοινωνικούς στόχους τελικά δίχως αληθινή προσωπικότητα, τα ναρκωτικά θα έχουν πραγματική ζήτηση και φανατικούς καταναλωτές. Αυτό θα συμβαίνει ακόμα και στο σοσιαλισμό και στην πρώτη περίοδο του κομμουνισμού όσο θα υπάρχει ακόμα οικονομική ταξική πάλη και ακόμα πιο πολύ όσο θα παραμένουν οι βαθιές πλευρές της ταξικής πάλης στο ιδεολογικό επίπεδο. Το ζήτημα είναι αν θα πρέπει η κοινωνία, οποιαδήποτε κοινωνία να επιτρέψει την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης και την κάλυψη αυτής της ζήτησης όσο μικρή και όσο περιθωριακή και να είναι. Πιστεύουμε ότι αυτό καμιά οργανωμένη κοινωνία δεν θα πρέπει να το επιτρέψει ποτέ. Δεν θα επεκταθούμε εδώ παραπέρα στο ζήτημα του τζόγου, ειδικά του κρατικού και στο ζήτημα της πορνείας και της πορνογραφίας όπου έχουμε και εδώ τη θέση της απαγόρευσης. Όμως θεωρούμε ότι ο τζόγος, και η πορνεία είναι μορφές κοινωνικής αλλοτρίωσης και ταυτόχρονα αντικείμενα του εμπορίου και του κεφαλαίου γενικά που είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να χτυπηθούν μέσα σε μια εμπορευματική κοινωνία, γιατί ουσιαστικά είναι σύμφυτες με αυτήν. Για παράδειγμα το χρηματιστήριο και ο αστικός γάμος από συμφέρον είναι δύο καθώς πρέπει παραλλαγές του τζόγου και της πορνείας αντίστοιχα. Αλλά με τα ναρκωτικά υπάρχει μια πλευρά που δεν υπάρχει ούτε στο τζόγο, ούτε στην πορνεία.

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

Είναι η πλευρά της παραίσθησης και η πλευρά της σωματικής εξάρτησης. Το ναρκωτικό, κάθε ναρκωτικό, επεμβαίνει αλλοιώνοντας έστω και προσωρινά τη συνείδηση την ίδια. Αυτή είναι η πλευρά της παραίσθησης. Αυτό ισχύει στο μέγιστο βαθμό για την ηρωίνη αλλά ισχύει και για το χασίσι. Από αυτή την άποψη το χασίς βρίσκεται στον ίδιο ιδεολογικό κόσμο με την ηρωίνη, όπως βρίσκεται στον ίδιο κόσμο και το L.S.D και το έκσταση και όλος ο ορυμαγδός των ψυχοφαρμάκων και όλα τα αυτοσχέδια καταπότια (π.χ εισπνοή βενζίνης) που σκαρφίζονται οι πιο φτωχοί. Αυτά όλα παίρνονται για το “ταξίδι” μέσα σε μια κατάλληλη κοινωνική και ψυχολογική ατμόσφαιρα και μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα έχουν σαν αποτέλεσμα την αλλοίωση της σκέψης, των αισθήσεων και των αισθημάτων. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια επίθεση στο “γενικό επιτελείο της ύπαρξης”, που αλλοιώνει ουσιαστικά την συνείδηση και για όσο χρόνο η ουσία επιδρά, την προσωπικότητα και μειώνει τις άμυνες και την εγρήγορση του χρήστη. Μια ανάλογη λειτουργία, αν και όχι παραισθησιογόνα, επιτελεί και το αλκοόλ σε μια ορισμένη ποσότητα αφού μειώνει τα αντανακλαστικά και προκαλεί απώλεια σε διαφορετικό βαθμό και σε διαφορετικά επίπεδα του αυτοελέγχου. Διαφορετική από τα παραισθησιογόνα είναι και η λειτουργία της κoκαίνης η οποία επιδρά καταλυτικά στο συναίσθημα και στο ίδιο το σώμα δίνοντας μια αίσθηση τεράστιας ευεξίας, αντοχής, και πνευματικής διαύγειας, αίσθηση που συγκρούεται τελικά με την πραγματική πνευματική και σωματική καταπόνηση και εξάντληση που φέρνει η δυνατότητα για υπερδραστηριότητα που αυτή η ουσία προκαλεί. Στο βάθος και εδώ πρόκειται για μια ακραία απώλεια της αυτοσυνείδησης και του αυτοελέγχου. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν πλασματικό κόσμο, ο οποίος όμως βιώνεται πρακτικά από το υποκείμενο και γίνεται αισθητός σαν ολότελα πραγματικός. Η ηρωίνη μαζί με την κοκαίνη και περισσότερο από αυτήν, θεωρείται και είναι το χειρότερο από τα ναρκωτικά γιατί δίπλα στην αλλοίωση της συνείδησης φέρνει την πιο οδυνηρή σωματική εξάρτηση του χρήστη. Στην περίπτωσή της το ιδεολογικό πάθος και η ψυχική εξάρτηση συνδυάζονται με μια πανίσχυρη σωματική εξάρτηση πράγματα, που οδηγούν σε μια πραγματική υποδούλωση του χρήστη στην ουσία. Παρ’ όλα αυτά το βασικό στην ηρωίνη είναι η ιδεολογική – ψυχολογική εξάρτηση. Η σωματική εξάρτηση είναι το τεράστιο πρακτικό εμπόδιο στην περίπτωση που ο χρήστης θέλει να απεξαρτηθεί. Είναι οι εξωτερικές αλυσίδες. Αλλά οι εσωτερικές αλυσίδες είναι η ψυχολογική – ιδεολογική εξάρτηση, δηλαδή το ίδιο το πάθος και η βαθιά τραυματισμένη προσωπικότητα του χρήστη. Αυτός είναι ο λόγος που τόσο συχνά ενώ ο χρήστης νίκησε με ασύλληπτο πόνο και αξιοθαύμαστη θέληση τις εξωτερικές αλυσίδες της σωματικής εξάρτησης ξανάπεσε στην χρήση, που σημαίνει ότι δεν σύντριψε τις εξωτερικές αλυσίδες, τις κοινωνικές – ιδεολογικές, που τον δένανε με την ηρωίνη. Όταν λέμε ότι ο χρήστης νίκησε τις εξωτερικές αλυσίδες πρέπει να σκεφτούμε ότι προηγούμενα είχε φτάσει στα έσχατα όρια του εξευτελισμού και ότι νίκησε και την ουσία και τον έμπορο και όλο το κύκλωμα και πάνω απ’ όλα τον τρόπο εκείνο της ζωής που τον εξαθλίωνε. Δεν είναι λοιπόν η σωματική εξάρτηση που κυρίως προκαλεί την εξάρτηση του χρήστη από τον έμπορο και που τελικά προκαλεί το πάθος. Είναι το ψυχολογικό και ιδεολογικό πάθος της χρήσης που βρίσκεται επικεφαλής της εξάρτησης. Είναι η ανάγκη του χρήστη για ένα συγκεκριμένο τύπο ζωής ή καλύτερα για ένα ορισμένο είδος φυγής από τη ζωή που τον οδηγεί στο πάθος και την εξάρτηση. Με αυτή την έννοια η ηρωίνη είναι μόνο η ναυαρχίδα της εξάρτησης, ακριβώς επειδή υποτάσσει τον χρήστη, “ψυχή τε και σώματι” στο ναρκωτικό. Όμως ο στόλος της εξάρτησης αποτελείται από όλες τις ουσίες που είναι σε θέση να υποτάσσουν τον χρήστη ιδεολογικά και ψυχολογικά σε μια συνήθεια ή σε ένα πάθος που συνδέεται με την αλλοίωση της συνείδησης σε διάφορους βαθμούς. Το καθήκον λοιπόν που μπαίνει για τους προοδευτικούς ανθρώπους απέναντι στα ναρκωτικά είναι διπλό. Από τη μια πρέπει να αλλάξουν τον κόσμο και να τον κάνουν τέτοιο ώστε πολλοί λίγοι να θέλουν να δραπετεύσουν από αυτόν αυτοευνουχιζόμενοι, και από την άλλη, πρέπει να εμποδίσουν όσο εξελίσσεται αυτή η διαδικασία, τους ανθρώπους να έρθουν σε επαφή με τα ναρκωτικά.

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ “ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ”

Αυτό το τελευταίο σημαίνει ότι την ανάγκη για χρήση των ναρκωτικών δεν πρέπει να την επιτρέψουμε να εκπληρωθεί σε κανέναν (εκτός από τις ανάγκες θεραπείας ανθρώπων που αναγνωρίζουν ότι είναι άρρωστοι και δέχονται να υποβληθούν σε αυτήν). Δεν πρέπει να επιτρέψουμε σε κανέναν να γίνεται θύμα ψυχολογικής και στη συνέχεια σωματικής εξάρτησης από ουσίες που αλλοιώνουν τη συνείδηση. Στο σημείο αυτό οι φιλελεύθεροι (ή οι σοσιαλφασίστες που είναι ντυμένοι φιλελεύθεροι), απαντούν: μα έχει ο καθένας το δικαίωμα να αποφασίσει για το τι θα κάνει με τη συνείδησή του και το σώμα του αρκεί να μην ενοχλεί τον άλλο. Αυτή η απάντηση καταρρέει εύκολα στην περίπτωση της ηρωίνης και γενικά των ναρκωτικών για τα οποία υπάρχει σωματικός εθισμός. Είναι αυτονόητο ότι μια συνείδηση αλλοιωμένη και δεμένη με ένα πάθος που έχει γίνει σωματική ανάγκη δεν είναι ελεύθερη να αποφασίσει αν θα ενοχλεί ή δεν θα ενοχλεί τον άλλον. Το τι θα κάνει ο με αυτόν τον τρόπο εξαρτημένος άνθρωπος σε σχέση με τους άλλους έχει να κάνει πρώτα απ’ όλα με την ικανοποίηση του πάθους του. Εδώ ο φιλελεύθερος ανταπαντά: μα το κράτος θα του ικανοποιεί το πάθος οπότε δεν θα είναι βλαπτικός παρά μόνο για τον εαυτό του. Για να δούμε όμως τι θα σημαίνει να υπάρχουν στην κοινωνία άνθρωποι ψυχολογικά και σωματικά εξαρτημένοι από το κράτος, δηλαδή απόλυτα δούλοι του κράτους: το κράτος είναι οργανισμός της κυρίαρχης τάξης και μάλιστα ένας εξαιρετικά απάνθρωπος και καταπιεστικός οργανισμός. Συνήθως είναι μάλιστα ένας μηχανισμός εξαιρετικά διεφθαρμένος γραφειοκρατικά και κομματικά εξαρτημένος. Τι θα σημαίνει για μια κοινωνία να διαθέτει ανθρώπους που από πάθος θα είναι εντελώς υποδουλωμένοι ψυχικά και σωματικά στη διεφθαρμένη γραφειοκρατία και τις κομματικές αστικές και ιμπεριαλιστικές συμμορίες; Αυτοί οι υπόδουλοι άνθρωποι θα είναι πολίτες ή επίλεκτοι διατεταγμένοι ψηφοφόροι ή εγκληματίες στα χέρια των αστικών συμμοριών; Στην καλύτερη περίπτωση θα είναι άβουλοι υπηρέτες του συνόλου της άρχουσας τάξης όταν αυτή θα επιτίθεται στο λαό. Θα είναι η πρωτοπορία, τα αυτόματα ζόμπι κάθε κοινωνικής αντίδρασης. Μήπως όμως αυτή είναι η λύση για την περίπτωση του μη αστικού, του κοινωνικά ανθρωπιστικού και έντιμου προλεταριακού κράτους; Μα μπορεί να είναι έντιμο και ανθρωπιστικό ένα κράτος που θα δέχεται να κρατάει μια προσωπικότητα σε κατάσταση ακρωτηριασμού και αθέλητης εξάρτησης από τρίτους; Γιατί ο ηρωινομανής δεν έχει την τάση να παράγει και να συνεργάζεται σε κοινωνική δράση όταν είναι ικανοποιημένο το πάθος του. Αυτό έχει γίνει μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις εξαρτημένων και όχι για πολύ. Ο ηρωινομανής έχει την τάση να βυθίζεται ολοκληρωτικά στο πάθος του μακριά από κάθε παραγωγική δράση και κάθε κοινωνική δημιουργικότητα. Το κράτος, οποιοδήποτε κράτος, έχει δικαίωμα να ικανοποιεί το πάθος του ηρωινομανή μόνο αν αυτός έχει αποφασίσει να συγκρουστεί με αυτό, δηλαδή να απεξαρτηθεί και μόνο για τις ανάγκες αυτής της σύγκρουσης. Αυτή η προϋπόθεση είναι ζωτική όχι μόνο για τον χρήστη, είναι κυρίως για την υπόλοιπη κοινωνία. Γιατί ο εξαρτημένος δεν κινείται στο χώρο του πάθους του ατομικά. Κινείται κοινωνικά, και εδώ είναι το πιο βαθύ σημείο. Η αδυναμία του χρήστη ηρωίνης για πρακτική, παραγωγική κοινωνική δράση τον υποχρεώνει να ζήσει με την κοινωνία των ομοίων του και με τους όρους αυτής της κοινωνίας. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει στην απόλυτη μοναξιά. Ακόμα και αν η πιο ακραία και τυπική γι αυτόν εμπειρία του είναι τόσο ατομική όσο η χρήση ναρκωτικών, εκείνος θέλει να την μοιραστεί με τους άλλους. Οι εξαρτημένοι δεν επιδιώκουν να ζουν μεταξύ τους επειδή τάχα τους ενώνει ο έμπορος, αλλά επειδή τους ενώνει η κοινή εμπειρία του πάθους τους, η κοινή εμπειρία της ιδιαίτερης ατομικής ηδονής τους και η γενική ιδεολογία η σύμφυτη με αυτή την ηδονή. Ο ηρωινομανής θα αναζητήσει τον ηρωινομανή. Το ίδιο θα κάνει και ο κοκαϊνομανής. Αλλά η αναζήτηση “συντρόφων” δεν θα γίνει αποκλειστικά μέσα από τη δεξαμενή των ανθρώπων που ήδη ζουν την ίδια εμπειρία. Θα γίνει μέσα από όλη την κοινωνία. Ο ηρωινομανής δεν μπορεί να μην υποστηρίξει παντού και έμπρακτα τον ηδονικό του κόσμο. Αν δεν το κάνει πάντα είναι γιατί ο μέσος σημερινός ηρωινομανής ζει τη στέρηση και τα απίστευτα σωματικά ή ηθικά μαρτύρια, ειδικά τους εξευτελισμούς που αυτή η στέρηση φέρνει. Αν λοιπόν αυτή η στέρηση καταργηθεί επειδή η κοινωνία θα δίνει τη δόση της στον εξαρτημένο καταλαβαίνει κανείς ότι δεν θα υπάρχουν ούτε αυτές οι αναστολές στην “κοινωνικοποίηση” και διάδοση του πάθους των χρηστών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα συνεχιστεί η διακίνηση των ναρκωτικών και το εμπόριο τους ακόμα και αν το κράτος, το πιο έντιμο πιθανό κράτος παραδίνει στους χρήστες την αναγκαία δόση τους. Αλλά και η παράνομη διακίνηση θα υπάρχει πάντα δίπλα στη νόμιμη διακίνηση από το κράτος γιατί μοιραία η κοινωνική συναναστροφή των χρηστών θα φτάνει ως τη νεολαία. Όμως κανένας γονιός δεν θα άφηνε ποτέ το παιδί του να γίνει χρήστης ηρωίνης και κανένα κράτος δεν θα γινόταν ανεκτό από την κοινωνία να είναι τόσο διεφθαρμένο και τόσο απάνθρωπο ώστε να δίνει τη δόση τους σε εθισμένα παιδάκια 10 χρόνων. Γιατί αυτά δεν έχουν σύμφωνα με κανένα δίκαιο, ούτε τη γνώση ούτε τη δυνατότητα, οπότε συνακόλουθα ούτε το δικαίωμα να διαλέξουν αν θα είναι ή όχι χρήστες ναρκωτικών. Σε αυτά τα παιδιά το ναρκωτικό θα το παραδίνουν χρήστες που μπορεί να παίρνουν τη δόση τους από το κράτος, αλλά που θα έχουν να ωφεληθούν πολύ από τους εμπόρους αν καταφέρνουν να εξασφαλίσουν γι αυτούς νεαρά θύματα. Ένα μέρος από αυτά τα βαποράκια θα μπορούν να εξασφαλίζουν τη δόση τους από το κράτος, αλλά δεν θα χάνουν τίποτα να ζουν πιο άνετα χάρη στις υπηρεσίες τους στους εμπόρους. Έτσι λοιπόν θα υπάρχει πάντα ένα παράνομο κύκλωμα που θα παρέχει ηρωίνη σε παιδιά και που θα αποτελείται από χρήστες βαποράκια που θα είναι επίσης κυρίως παιδιά.

ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΧΑΣΙΣΙ

Στην πραγματικότητα και οι πιο ευφάνταστοι φιλελεύθεροι δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν τη θέση ότι μπορεί η διακίνηση να περιοριστεί αν παρέχεται η ηρωίνη από το κράτος δίχως την υποχρέωση του χρήστη να μπει σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Γι αυτό όλη την έμφαση στην επιχειρηματολογία τους, την ρίχνουν υπέρ της απeλευθέρωσης του χασισιού. Η αληθινή ιδεολογική πάλη με τη γραμμή της απελευθέρωσης βρίσκεται εδώ. Το αληθινό ερώτημα είναι ελεύθερο χασίσι ή όχι. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Αυτό συμβαίνει επειδή στο χασίσι δεν υπάρχει, τουλάχιστον αποφασιστική η σωματική εξάρτηση, οπότε εμφανίζεται γυμνό το ζήτημα της παραίσθησης και της ψυχολογικής εξάρτησης. Η σωματική εξάρτηση από το χασίσι είναι μικρότερη και από τη σωματική εξάρτηση από τον καπνό και πολύ μικρότερη από την εξάρτηση από το αλκοόλ. Με μεγάλη ευχαρίστηση οι φιλελεύθεροι αντιπροτείνουν ειρωνικά σε όσους απαιτούν την απαγόρευση του χασισιού, την απαγόρευση του καπνού και του αλκοόλ. Η διαφορά του χασισιού με τον καπνό βρίσκεται στο ότι ο καπνός δεν είναι παραισθησιογόνος παρά το ότι είναι σοβαρά βλαπτικός για την υγεία και παρά την σωματική εξάρτηση που προκαλεί η νικοτίνη. Σοβαρά βλαπτικές για την υγεία είναι πολλές συνήθειες των ανθρώπων, που έχουν να κάνουν με τον τρόπο διατροφής και τον τρόπο ζωής τους. Όμως σ’ αυτές δεν μπορούν γενικά να σταθούν απαγορεύσεις παρά μια επίμονη διαπαιδαγωγητική δουλειά. Γίνεται εδώ η παρατήρηση ότι και ο καπνός έχει επίσης μια ηρεμιστική επίπτωση, δηλαδή μια ιδιαίτερη δράση στο νευρικό σύστημα, όμως είναι άλλο πράγμα η δραματική αλλοίωση της συνείδησης ή της ψυχικής κατάστασης που φέρνουν οι ναρκωτικές ουσίες και άλλο πράγμα η κατάσταση του απλού καπνιστή. Το αληθινό ισχυρό επιχείρημα των προπαγανδιστών της “απελευθέρωσης” είναι το σχετικό με το αλκοόλ. Η μέθη είναι κι αυτή μια κατάσταση μερικής απώλειας του ελέγχου της σωματικής και ψυχικής συμπεριφοράς και φέρνει σημαντικές αλλαγές στην ψυχική κατάσταση. Ταυτόχρονα η σωματική και ψυχική εξάρτηση από το αλκοόλ είναι από τις χειρότερες που υπάρχουν. Από ατομική άποψη ο αλκοολικός βρίσκεται πολύ κοντά στον ηρωινομανή στην ένταση και τη δραματικότητα της εξάρτησης, ενώ από τη γενική, την παγκόσμια άποψη ο αλκοολισμός είναι μια χειρότερη μάστιγα από ότι η εξάρτηση από τα οπιούχα, γιατί συντρίβει και υποδουλώνει σε ένα πάθος, αλλά και γιατί σκοτώνει σωματικά, έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Αυτός είναι ο λόγος που κατά καιρούς και σε πολλές χώρες έγιναν κινήματα για την ποτοαπαγόρευση. Αυτά παντού απέτυχαν γιατί με το αλκοόλ υπάρχει η εξαιρετική ιδιομορφία της ασύλληπτα πλατειάς και πολύμορφης διάχυσης της κατανάλωσής του. Το αλκοόλ δηλαδή δεν είναι μόνο μέσο μέθης, ούτε είναι κυρίως αυτό. Ιστορικά, αλλά και σήμερα το αλκοόλ λειτουργεί ιδιαίτερα στα ποτά χαμηλής περιεκτικότητας (κρασί , μπύρα) κύρια σαν είδος τροφής, σαν μέσο γαστριμαργικής απόλαυσης και σαν μέσο κοινωνικής επαφής. Αυτές οι πλευρές του δεν μπορούν να απαγορευτούν δίχως να χτυπηθούν βάναυσα ευχάριστες και ανώδυνες συνήθειες δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Μέσα σ’ αυτό το έδαφος κινείται άνετα και καλύπτεται ο αλκοολισμός από κάθε άποψη. Πάντως τόσο στην περίπτωση του καπνού, όσο και του αλκοόλ νέες απαγορεύσεις εισάγονται στις πιο πολιτισμένες κοινωνίες. Το κάπνισμα μπορεί να είναι εντελώς ελεύθερο σαν ατομική συνήθεια, αλλά όλο και περισσότερο κυνηγιέται σαν κοινωνική. Εξ αιτίας της βλάβης που προκαλεί ο καπνιστής στους τρίτους δεν γίνεται πια δεκτό το κάπνισμα στους δημόσιους χώρους. Σταδιακά επεκτείνεται αυτό στις συντροφιές. Σε ότι αφορά το αλκοόλ σε πολλές χώρες απαγορεύεται η ελεύθερη ατομική χρήση του από τους έφηβους και σχεδόν παντού η συλλογική χρήση του από τους εφήβους. Η ουσιώδης πάντως διαφορά του χασισιού από τον καπνό και το αλκοόλ εντοπίζεται πάντα στο ότι αντίθετα από τα δεύτερα αυτό έχει μια και μόνη χρήση, την δημιουργία παραισθήσεων, τη φυγή από τον πραγματικό κόσμο, την αλλοίωση της συνείδησης. Γι αυτό η κατανάλωσή του είναι λίγο πολύ δεμένη με μια αντίληψη ζωής κοινή σε όλον τον κόσμο των ναρκωτικών, την αντίληψη ότι μπορεί κανείς να ζει την απόλυτη ατομική ελευθερία μέσα στην φαντασία του, έξω από τις αναγκαιότητες, τους περιορισμούς και τις υποχρεώσεις του πραγματικού κόσμου. Στο βάθος πρόκειται για μια έσχατη εκδήλωση ατομικισμού, για την διαστροφή και την παρακμή της ατομικής ελευθερίας που δεν μπόρεσε ποτέ να την ζήσει στην πράξη ο αστικός κόσμος και τη ζει στην φαντασία του. Δεν είναι τυχαίο που ο ακραίος πολιτικός και ιδεολογικός φιλελευθερισμός υποστήριξε μεταπολεμικά το δικαίωμα στο ελεύθερο κάπνισμα του χασισιού. Όμως στο σημείο αυτό ακριβώς φανερώνεται η κοινή πηγή του αστικού φιλελεύθερου και του φασιστικού κόσμου. Γιατί μπορεί το “χόρτο” να καταναλώθηκε άφθονο από την αστο-φιλελεύθερη τάση του κινήματος του ’68, αλλά δόθηκε από τους ρώσους στρατηγούς ακόμα πιο άφθονο στους ρώσους στρατιώτες για να εξοντώνουν δίχως τύψεις τους Αφγανούς αντάρτες, όπως επιτράπηκε από τον αμερικάνικο στρατό στους φαντάρους που βρίσκονταν στα πιο μπροστινά μέτωπα του άδικου πολέμου στο Βιετνάμ. Η λέξη χασίσι βγαίνει από τη λέξη (ασασίν) assasin που σημαίνει δολοφόνος. Και Ασασίνοι ή Χασισένιοι ήταν τα μέλη μια κουρδικής ορεινής φυλής του μεσαίωνα που χασικλώνονταν από τον αφέντη τους για να επιτελέσουν τις πιο βάρβαρες σφαγές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο χρήστης του χασισιού γίνεται αιμοβόρος, αλλά μέσα στον ατομικιστικό και αλλαγμένο κόσμο του μπορεί να λειτουργήσει πολύ πιο ανεξάρτητα από τους αυστηρούς ελέγχους της συνείδησης με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Η θέση μας ωστόσο για την απαγόρευση του χασισιού δεν προέρχεται από την ιδεολογική καταδίκη του αστικού φιλελεύθερου κόσμου, ούτε από την ιδεολογική καταδίκη του σοσιαλφασισμού, αλλά από την πρακτική ανάγκη να χτυπηθεί στη βάση του αυτός καθαυτός ο κόσμος των ναρκωτικών. Λένε επίσης και ισχύει αυτό, ότι το χασίσι είναι μια είσοδος προς την ηρωίνη. Όμως δεν είναι αυτός ο βασικός λόγος για τον οποίο πρέπει να απαγορευτεί. Πρέπει να απαγορευτεί γι αυτό το ίδιο. Το χασίσι δηλαδή είναι ένας προθάλαμος για να μπει κανείς στον εφιαλτικό χώρο της σωματικής ναρκωτικής εξάρτησης η οποία πραγματοποιείται στα οπιούχα. Όμως είναι το ίδιο ο μεγάλος μαζικός θάλαμος του κόσμου της παραίσθησης, που είναι ένας κόσμος που εξαρτά βαθιά, ψυχικά και ιδεολογικά τον χρήστη του χασισιού. Ο συστηματικός χασικλής δεν βγαίνει σχεδόν ποτέ από το χασίσι. Κι αν βγει θα επιστρέψει. Και η χρήση του θα είναι πάντα γι αυτόν ένα από τα κεντρικά σημεία της ατομικής και κοινωνικής του ζωής, όπως και της ιδεολογίας του. Όσο καλές προθέσεις και ατομικό υπόβαθρο να έχει ο χρήστης του χασισιού θα δηλητηριάζει τον εαυτό του και το περιβάλλον του. Το συνειδητό προλεταριάτο δεν πρέπει ποτέ να επιτρέψει την ελεύθερη διακίνηση και κατανάλωση του χασισιού, ιδιαίτερα από τη νεολαία και αυτό θα είναι ένα πολύ ισχυρό σημείο για το οποίο θα συγκρουστεί με την φιλελεύθερη αστική τάξη, σημείο που αντανακλά στο βάθος την ανταγωνιστική σύγκρουση με τη φιλελεύθερη αστική τάξη στο κεντρικό ζήτημα της μισθωτής εργασίας.

ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

Πολλοί άνθρωποι καλής πρόθεσης επιμένουν στο ότι το βασικό στα ναρκωτικά δεν είναι η απαγόρευση, δηλαδή η καταστολή, αλλά η πρόληψη. Λέγοντας πρόληψη εννοούν κυρίως το να επεμβαίνει κανείς στα προβλήματα που έχουν οι άνθρωποι ώστε να μην γίνονται επιρρεπείς στην κατανάλωση των ναρκωτικών. Επίσης εννοούν και τη διαφωτιστική δουλειά πάνω στο ζήτημα των ναρκωτικών. Πίσω από αυτήν την επιχειρηματολογία κρύβονται επίσης οι κάθε είδους οπαδοί του “ελεύθερου χασισιού” για να εξαπολύσουν τους συνηθισμένους μύδρους τους κατά της απαγόρευσης. Χρειάζεται λοιπόν μια απάντηση. Είπαμε προηγούμενα ότι η τελική λύση στο ζήτημα των ναρκωτικών θα είναι ο πραγματικός κόσμος να είναι τόσο ανθρώπινος ώστε οι άνθρωποι να μην καταφεύγουν στις παραισθήσεις. Αυτός όμως δεν είναι καθόλου λόγος για να σταματήσει η πάλη ενάντια στα ναρκωτικά και να αντικατασταθεί με τη γενική πάλη για την αλλαγή του κόσμου. Μα η πάλη για την αλλαγή του κόσμου είναι αναπόσπαστα δεμένη και έχει σαν προϋπόθεση την πάλη ενάντια στις βιομηχανίες των παραισθήσεων και πρώτα απ’ όλα ενάντια στον κόσμο των ναρκωτικών που δένει το θύμα με σωματικές και ψυχικές αλυσίδες σ’ αυτόν το σάπιο κόσμο. Ένα έθνος γεμάτο χασικλήδες είναι πολύ δύσκολο να πραγματοποιήσει πολιτική επανάσταση. Κι αυτό το ήξερε πρώτη απ’ όλους η αποικιοκρατία. Αλλά πρέπει να σημειώσουμε ότι και στον καλύτερο δυνατό κόσμο θα υπάρχουν πάντα προβλήματα και δύσκολες στιγμές για όλους τους ανθρώπους. Ακόμα και ο κομμουνισμός δεν θα καταργήσει τις στεναχώριες. Η πάλη με τη φύση θα δίνει στεναχώριες και η κοινωνική ζωή θα κινείται πάντα μέσα από αντιφάσεις, συχνά σκληρές. Ο ήχος του γέλιου θα αντηχεί πάντα δίπλα στο δάκρυ. Αυτή είναι η διαλεκτική της ευτυχίας. Εκείνο που θα αλλάξει ποιοτικά στο νέο κόσμο που θα γεννηθεί μέσα από την πολιτική επανάσταση θα είναι ότι οι άνθρωποι θα είναι τότε ελεύθεροι από ταξικά δεσμά. Έτσι θα είναι ελεύθεροι να οικοδομήσουν ένα ολοκληρωμένο ατομικό και κοινωνικό χαρακτήρα αντάξιο της δυνατότητας της συνείδησής τους. Όμως ποτέ δεν θα είναι ελεύθεροι απέναντι στη φυσική και κοινωνική αναγκαιότητα. Η ελευθερία είναι να γνωρίζει κανείς την αναγκαιότητα, αλλά αυτή η γνώση θα προκύπτει πάντα μέσα από την οδυνηρή πάλη ενάντια στην άγνοια. Χώρος για τη φανταστική φυγή μπροστά στην αναγκαιότητα θα υπάρχει πάντα, γι αυτό σε τελευταία ανάλυση θα υπάρχει πάντα χώρος, αν και ασύλληπτα μικρότερος, και για τα ναρκωτικά. Υπάρχει πάντα ένα μικρό έδαφος και μια μικρή στιγμή για τα ναρκωτικά για κάθε άνθρωπο. Κατά τη γνώμη μας κανείς δεν βρίσκεται πάνω και πέρα από αδύναμες στιγμές. Και για τους πιο ισχυρούς και συγκροτημένους ανθρώπους υπάρχουν πλήγματα που τους κάνουν τρωτούς. Το ζήτημα είναι σ’ εκείνες τις στιγμές απέναντι στη δύναμη του μυαλού και του χαρακτήρα να μην βρεθεί και μια πρακτική δυνατότητα ναρκωτικής φυγής. Αυτός είναι και ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο ποτέ η αντιναρκωτική προπαγάνδα δεν θα μπορέσει μόνη της να αντικαταστήσει την καταστολή. Αυτό, εννοείται, ισχύει χίλιες φορές περισσότερο στη σημερινή κοινωνία όπου η κατανάλωση των ναρκωτικών είναι ένας τρόπος ζωής για εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη, και όπου αυτή η κατανάλωση είναι συναρτημένη με μια πανίσχυρη και παγκόσμιας κλίμακας βιομηχανία παραγωγής και διακίνησης αυτών των ουσιών. Πέρα από τη χρησιμότητα της σαν άμεσο εμπόδιο στην κατανάλωση η απαγόρευση, δηλαδή η οργανωμένη βία της κοινωνίας ενάντια στα ναρκωτικά, είναι και ένα μέσο πρόληψης καθώς είναι ένας ισχυρός αποτρεπτικός παράγοντας ενάντια στην χρησιμοποίησή τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη νεολαία. Εννοείται ότι αυτή η βία γίνεται πραγματικά αποτρεπτική μόνο αν συνοδεύεται από μια επίμονη προπαγανδιστική και ιδεολογική δουλειά ενάντια στη χρήση των ναρκωτικών. Το τελευταίο και ίσως το συνηθέστερο οχυρό πίσω από το οποίο κρύβονται οι οπαδοί της αντι-απαγόρευσης είναι η αθώωση του χρήστη και το ρίξιμο της ποινικής ευθύνης αποκλειστικά στον έμπορο. Έχουμε, πιστεύουμε, αποδείξει ως εδώ ότι η χρήση των ναρκωτικών είναι καταστροφική ανεξάρτητα από τον εμπορευματικό – καπιταλιστικό χαρακτήρα που παίρνει η διακίνησή της. Επίσης έχουμε αποδείξει ότι ο χρήστης, σαν κοινωνικός χρήστης είναι αναγκαστικά διακινητής. Αυτό το τελευταίο είναι ανεξάρτητο από τον αν μπαίνει και ο ίδιος στο εμπορευματικό κύκλωμα της διακίνησης, είτε επειδή είναι σωματικά εξαρτημένος, είτε επειδή έχει αποκλειστικό στόχο το κέρδος. Ο έμπορος, ιδιαίτερα ο κρατικός μηχανισμός των χωρών που παράγουν ναρκωτικά και το κεφάλαιο που τα διακινεί, έχουν τη συντριπτικότερη πολιτική και ποινική ευθύνη γιατί είναι κάτω από τις σημερινές μορφές οι κύριοι οργανωτές και καθοδηγητές της διαδικασίας της διακίνησης. Όμως ο χρήστης, ιδιαίτερα ο χρήστης χασισιού, ο οποίος δεν έχει το ελαφρυντικό της σωματικής εξάρτησης όπως ο ηρωινομανείς, είναι βασικός φορέας της διακίνησης και μάλιστα αναλαμβάνει τον αντικειμενικά καίριο ρόλο του εκμαυλιστή, δηλαδή του ιδεολογικού εισαγωγέα της πλατιάς μάζας στο πάθος. Είναι αλήθεια ότι η χρήση των ναρκωτικών είναι μια αρρώστια και ο χρήστης είναι σε τελική ανάλυση ένας άρρωστος δηλαδή θύμα αλλά αυτή είναι η μια πλευρά. Η άλλη και αυτή που ενδιαφέρει περισσότερο την κοινωνία, είναι ότι αυτός ο άρρωστος αρρωσταίνει άλλους, είτε από υποδούλωση στο πάθος του, είτε για το κέρδος, είτε από ιδεολογία. Σαν τέτοιος έτσι κι αλλιώς είναι θύτης. Γι’ αυτό το μεγάλο ζήτημα δεν είναι η ουτοπία να απομονώνεται ο χρήστης από τον έμπορο, αλλά ο χρήστης από τα πιθανά του μελλοντικά θύματα. Μήπως λοιπόν αυτό σημαίνει εγκλεισμό; Για τους σωματικά εξαρτημένους χρήστες πρέπει να δίνεται η δυνατότητα της αποθεραπείας, που σημαίνει μια ελεγχόμενη συστηματική προσπάθεια απεξάρτησης που μπορεί να διεξάγεται σε ειδικά ιδρύματα. Όσοι όμως δεν μπορούν ή δεν θέλουν να αποθεραπευτούν (και ανεξάρτητα αν θα τους δοθεί η ουσία που ικανοποιεί το πάθος τους), τότε αυτοί θα πρέπει να κρατιούνται σε κατάσταση που αποκλείει να επηρεάσουν υγιείς ανθρώπους με το πάθος τους. Πρέπει να είναι περιορισμένοι ωσότου αποθεραπευτούν. Δεν εννοούμε με αυτόν τον περιορισμό τις αστικές φυλακές και μάλιστα τις ελληνικές τριτοκοσμικές φυλακές. Γιατί αυτές οι φυλακές είναι γενικά ιδρύματα βασανιστηρίων, εξευτελισμού και διαφθοράς και θα γίνονται όλο και χειρότερα. Εκείνο που λέμε είναι ότι είναι ευθύνη και υποχρέωση της κοινωνίας να μην φέρνει τον άρρωστο από ναρκωτικά σε ελεύθερη και μη ελεγχόμενη επαφή με τους υγιείς ανθρώπους, ιδιαίτερα τους ανήλικους, ενώ θα πρέπει να προσπαθεί με τον πιο διεξοδικό, δαπανηρό και ανθρώπινο τρόπο να βοηθήσει τον άρρωστο να γίνει καλά. Αυτή είναι μια θέση αρχής ανεξάρτητα από τα ποινικά μέτρα που θα πρέπει να παίρνονται ενάντια στους χρήστες και ενάντια στους εμπόρους, και είναι ανεξάρτητη από τις ιεραρχήσεις που πρέπει να γίνονται και τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις περιπτώσεις. Επίσης είναι ανεξάρτητη από το ποιος είναι ο ρόλος των λαϊκών πρωτοβουλιών στη βάση, για τη συντριβή με τη βία των κυκλωμάτων διακίνησης. Τα ποινικά μέτρα έχουν πάντα να κάνουν με την πολιτική κατάσταση και με το ποινικό καθεστώς μιας χώρας. Μπορεί για παράδειγμα μια φασιστική χώρα να χρησιμοποιήσει το κυνήγι ενάντια στα ναρκωτικά για να συντρίψει τους πολιτικούς της αντιπάλους. Η βία που ζητάνε πολλές φορές οι σοσιαλφασίστες είναι τέτοιου είδους, όπως τέτοιου είδους είναι η βία που ζητούσαν τις τελευταίες μέρες στη χώρα μας οι μαύρες φυλλάδες και τα κανάλια ενάντια στον μεγαλοαστό κοκαϊνομανή Λυμπέρη για να επιβάλουν κλείσιμο όλων των ιδιωτικών κλινικών που κάνουν λειτουργίες αποτοξίνωσης ναρκομανών. Εκείνο όμως που τονίζουμε απλά από θέση αρχής σε ότι αφορά το ποινικό ζήτημα είναι ότι απαιτείται βία, κοινωνική βία και σήμερα κρατική βία ενάντια στα ναρκωτικά, σε όλα τα ναρκωτικά και στο χασίσι. Δεν υπάρχει πρόληψη και ο πρώτος και πιο σωτήριος βαθμός πρόληψης είναι η βία, δηλαδή η απαγόρευση και της εμπορίας και της χρήσης όλων αυτών των ναρκωτικών ουσιών. Εμείς εδώ σε τούτο το άρθρο δεν θελήσαμε να κάνουμε μια ολοκληρωμένη πρόταση για την πάλη ενάντια στα ναρκωτικά. Θελήσαμε μόνο να τοποθετήσουμε τη γενική μας θέση πάνω σ’ αυτά πράγμα που κάνουμε για πρώτη φορά με τόσο διεξοδικό τρόπο. Η ώρα να τοποθετήσουμε αυτή τη θέση ήρθε επιτακτικά από την στιγμή που οι σοσιαλφασίστες με προπομπό τους φιλελεύθερους αστούς ξεκίνησαν καμπάνια για την απελευθέρωση, δηλαδή για το ηθικό αποτελείωμα αυτού του λαού. Φτάνει που γκρεμίζουν τις βιομηχανίες και σαμποτάρουν κάθε ανάπτυξη τώρα ανέλαβαν να κατεδαφίσουν και τις ψυχές της νεολαίας. Φτάνει τέρατα δεν θα σας αφήσουμε.