Ολοκαύτωμα και Εκπαίδευση

του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη,

εκπαιδευτικού-δημοτικού συμβούλου

«Ποτέ ξανά ’ουσβιτς!», «δεν ξεχνάμε!» επαναλάβαμε με ένα στόμα μια φωνή όσοι επώνυμοι και ανώνυμοι τιμήσαμε χτες τη μνήμη των Εβραίων συμπολιτών μας-θυμάτων του Ολοκαυτώματος στον τόπο όπου άρχισε πριν 66 χρόνια το ανείπωτο μαρτύριό τους, στην πλατεία Ελευθερίας.
Πώς όμως αυτό το βαρύ καθήκον της μνήμης μπορεί να μεταφραστεί σε αντικείμενο διδασκαλίας στο σχολείο; Πώς μπορούν να το προσλάβουν ως ιστορικό γεγονός οι νέες γενιές που μεγαλώνουν είτε με την ιστορική αμνησία είτε με την επιλεκτική μνήμη και την εθνικιστική υπερμνησία; Και μάλιστα σε μια χώρα όπου οι Εβραίοι ανήκαν στις «λευκές σελίδες» της επίσημης Ιστορίας, κι ας εξοντώθηκε το 85% από αυτούς στα χιτλερικά στρατόπεδα θανάτου.
Όπως γράφει ο Τέοντορ Αντόρνο στο εξαιρετικό δοκίμιό του Η Εκπαίδευση μετά το ’ουσβιτς, 1960, «κάθε συζήτηση γύρω από τα ιδεώδη της Εκπαίδευσης είναι τετριμμένη και ασυνεπής συγκρινόμενη με αυτό το μοναδικό ιδεώδες: ποτέ ξανά ’ουσβιτς. Ήταν η βαρβαρότητα που όλη η Εκπαίδευση αντιμάχεται. Κάποιος μιλά για την απειλή μιας υποτροπής στη βαρβαρότητα. Αλλά δεν είναι μια απειλή – το ’ουσβιτς ήταν αυτή η υποτροπή. Και η βαρβαρότητα συνεχίζει όσο οι βασικές συνθήκες που ευνόησαν αυτή την υποτροπή εξακολουθούν, σε μεγάλο βαθμό, να μην έχουν αλλάξει. Αυτός είναι ο καθολικός τρόμος. Η κοινωνική πίεση εξακολουθεί να υφίσταται, αν και ο κίνδυνος παραμένει αόρατος στις μέρες μας. Ωθεί τους ανθρώπους στο ανείπωτο, το οποίο αποκορυφώθηκε σε παγκόσμια – ιστορική κλίμακα στο ’ουσβιτς».
Το ερώτημα, επομένως, πώς διδάσκουμε το Ολοκαύτωμα, χωρίς να καταντά μαρτυρολόγιο, αν και δεν είναι καινούργιο, είναι ωστόσο κρίσιμο και απαιτεί πρωτότυπες απαντήσεις, καθώς «η κοινωνική πίεση ωθεί τους ανθρώπους στο ανείπωτο» και μαζικά εγκλήματα εξακολουθούν να διαπράττονται. Δεν είναι τυχαίο που η διεθνής πρακτική για τη διδασκαλία του Ολοκαυτώματος σχοινοβατεί ανάμεσα στη «βιωματική προσέγγιση», τη «μοναδικότητα» και σε μια επικίνδυνη «σχετικοποίηση» της γενοκτονίας που, τελικά, καταλήγει στον αναθεωρητισμό, σε συμψηφισμούς μαζικών εγκλημάτων και στο ξέπλυμα τους.
Θεωρώ ότι το συλλογικό έργο «Προσεγγίζοντας το Ολοκαύτωμα στο ελληνικό σχολείο», εκδ. ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ, 2007, έρχεται να καλύψει αυτό το κενό, γιατί στοχεύει στην κριτική κατανόηση και ερμηνεία του Ολοκαυτώματος. Οι συγγραφείς, αν και κρατούν αποστάσεις από τις πολιτικές διαχείρισης του θέματος, ωστόσο, δεν αποφεύγουν να ερμηνεύσουν και να αποκαλύψουν τους μηχανισμούς συγκρότησής τους και τις σκοπιμότητες που εξυπηρετούν. Βασικοί άξονες των διδακτικών προτάσεων του βιβλίου είναι: η πολύπλευρη και σύνθετη προσέγγιση του Ολοκαυτώματος, η αναζήτηση και ερμηνεία παραγόντων που προσδιορίζουν τη μοναδικότητά του, η ανάδειξη της δομικής του σχέσης με την ιδεολογία του εθνικοσοσιαλισμού και, ιδιαίτερα, με τον αντισημιτισμό και το ρατσισμό, αλλά και η διερεύνηση των ιδεολογικών αφετηριών από τις οποίες εκκινούν οι αμφισβητήσεις του τραγικά μοναδικού αυτού ιστορικού γεγονότος.
Γιατί, όπως τονίζει και ο Αντόρνο, «πρέπει κανείς να γνωρίζει τους μηχανισμούς που καθιστούν τους ανθρώπους ικανούς για τέτοιες πράξεις και να μοχθήσει ξυπνώντας την κοινή συνείδηση γύρω από αυτούς τους μηχανισμούς, ώστε να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να γίνουν ξανά έτσι».