Η αρχή της αντίστασης

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΖΟΥ*

Η πολιτιστική αποστολή του πανεπιστημίου αναγνωρίζεται με ρητές -κατά κανόνα γενικόλογες και σε κρίσιμα σημεία αμφίσημες- διατυπώσεις από το σύνταγμα και τους νόμους που ρυθμίζουν τη λειτουργία του.

Αυτή η αναγνώριση, που θα μπορούσε κατ' αρχάς να θεωρηθεί θετική, εμπεριέχει μια σοβαρή αντίφαση που την καθιστά προβληματική: οι ίδιες διατάξεις που ορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα πανεπιστήμια αναπτύσσουν το πολιτιστικό έργο, συγχρόνως χαράζουν τα όρια, θεσπίζουν τους όρους και προσδιορίζουν το περιεχόμενο της αποστολής που το κράτος αναθέτει στα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

*Κορυφαίο παράδειγμα είναι το άρθρο 16 παρ. 2 του συντάγματος, που ορίζει ότι «η παιδεία έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες». Αυτή η διάταξη, η οποία θέτει αυτομάτως το ερώτημα αν χρειάζεται να ορίζονται στο σύνταγμα οι σκοποί της παιδείας, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Βουλή του 1975, καθότι ορθά κρίθηκε από πολλούς βουλευτές αναχρονιστική και αντίθετη στην αρχή της πλουραλιστικής εκπαίδευσης.

*Επιπλέον, η προσθήκη της φράσης σχετικά με την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης, η οποία αναπαράγει με ελαφρώς διαφοροποιημένη διατύπωση το δόγμα του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», δημιουργεί ένα τεράστιο ζήτημα, καθώς επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες. Η ερμηνεία που επικράτησε αρχικά θεώρησε ότι αυτή η αναφορά είναι μια ένδειξη σεβασμού στην παράδοση και ότι δεν αποβλέπει στην ιδεολογική και πολιτική χειραγώγηση της παιδείας. Ομως δυο αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας άνοιξαν το δρόμο και προς την άλλη κατεύθυνση. Με την απόφαση με αριθμό 3356/1995 το ΣτΕ έκρινε ότι από αυτή τη διάταξη σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του συντάγματος και «εν όψει του γνωστού τοις πάσι γεγονότος ότι η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού πρεσβεύει την Ορθόδοξη Χριστιανική Θρησκεία (...) συνάγεται ότι σκοπός της παρεχόμενης στα σχολεία παιδείας είναι, μεταξύ άλλων, και η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας».

*Το Στ' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, βασιζόμενο στον ίδιο συνδυασμό διατάξεων, προχώρησε ακόμα περισσότερο.

Εκρινε ότι η μείωση της διδασκαλίας των θρησκευτικών στη Β' και Γ' Λυκείου από δύο ώρες σε μία εβδομαδιαίως είναι παράνομη, επειδή η μία ώρα δεν είναι αρκετή ώστε «να καταστεί δυνατή η ανάπτυξις, εις τουλάχιστον επαρκή βαθμόν της θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών» [ΣτΕ (Στ') 2176/1998].

Με δεδομένο ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 16 αναφέρεται στην παιδεία γενικά και όχι στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, είναι προφανές ότι αυτή η διάταξη μπορεί να αποτελέσει τη συνταγματική βάση για ιδεολογικές και πολιτικές παρεμβάσεις στα πανεπιστήμια, με το αιτιολογικό ότι δεν «αναπτύσσουν επαρκώς» την εθνική και θρησκευτική συνείδηση.

*Οι νόμοι 1268/1982 και 3549/2007, που διαμορφώνουν το πλαίσιο λειτουργίας των ΑΕΙ, ορίζουν την αποστολή των πανεπιστημίων και δίνουν έμφαση στον πολιτισμό.

*Αναμφίβολα αυτές οι ρυθμίσεις (σε συνδυασμό με άλλες που προβλέπουν τη δημιουργία ερευνητικών ινστιτούτων, ινστιτούτων διαρκούς επιμόρφωσης, εταιρειών αξιοποίησης της πανεπιστημιακής περιουσίας, την εγγραφή πιστώσεων για εκπλήρωση της πολιτιστικής αποστολής) συνιστούν θετικό στοιχείο και έδωσαν τη δυνατότητα σε αρκετά πανεπιστήμια να αναπτύξουν αξιόλογη ερευνητική και πολιτιστική δραστηριότητα.

*Αλλά η «πλήρης αυτοδιοίκηση» των πανεπιστημίων που προβλέπει η παράγραφος 5 του άρθρου 16 του συντάγματος δεν σημαίνει αυτονομία.

Στην ίδια παράγραφο το σύνταγμα ορίζει ότι τα πανεπιστήμια είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, διάταξη που έχει καταλυτικές συνέπειες στην ελευθερία και την αυτοτέλεια των πανεπιστημίων.

*Ως ΝΠΔΔ τα πανεπιστήμια διέπονται από την αρχή της νομιμότητας, δηλαδή δεν μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να επιτελέσουν έργο παρά μόνον εκεί που αυτό προβλέπεται ρητά από τον νόμο. Επίσης οι πράξεις τους υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας από το υπουργείο Παιδείας, ο οποίος ασκείται και σε πεδία που ανήκουν στη σφαίρα της ακαδημαϊκής ελευθερίας, όπως οι προκηρύξεις θέσεων και ο ορισμός γνωστικών αντικειμένων ή η δημιουργία νέων τμημάτων και σχολών. Επιπλέον, τα πανεπιστήμια υπάγονται στο δημόσιο λογιστικό και κάθε δαπάνη ελέγχεται και εγκρίνεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ο ασφυκτικός έλεγχος του κράτους ολοκληρώνεται στο πεδίο του διοικητικού προσωπικού, το οποίο προσλαμβάνεται με βάση τις διαδικασίες του ΑΣΕΠ, αφού προηγουμένως οι θέσεις εγκριθούν από το υπουργείο Παιδείας.

*Το συμπέρασμα που προκύπτει από αυτή τη σύντομη περιγραφή είναι ότι θεσμικοί παράγοντες που προβλέπονται από το άρθρο 16 δυσχεραίνουν, περιορίζουν και συχνά ακυρώνουν την πολιτιστική λειτουργία των πανεπιστημίων.

*Ομως ένα ουσιαστικό έλλειμμα ελευθερίας υπάρχει και μέσα στο πανεπιστήμιο.

Τις παραδοσιακές εξαρτήσεις από την έδρα τις έχει υποκαταστήσει μια εξίσου ισχυρή αλλά λιγότερο ορατή ιεραρχική δομή, που περιορίζει τον διάλογο και προάγει την αυτολογοκρισία που πολλοί πανεπιστημιακοί επιβάλλουν στους εαυτούς τους στο όνομα του «ρεαλισμού» και της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας.

*Από εδώ απορρέει το αίτημα να επικρατήσει στα πανεπιστήμια η αρχή της κριτικής αντίστασης σε κάθε μορφή δογματικής και άδικης εξουσίας ιδιοποίησης, σε κάθε μορφή ιεραρχίας που περιορίζει τον διάλογο και την ελευθερία της ερωτηματοθεσίας και της υποβολής προτάσεων, και ακόμα περισσότερο το δικαίωμα να λέει δημοσίως κάθε τι που απαιτούν η έρευνα, η μάθηση και η σκέψη σχετικά με την αλήθεια.

*Αυτό το απροϋπόθετο δικαίωμα της παρρησίας και της κριτικής αντίστασης είναι το προγραμματικό - οραματικό στοιχείο που συστήνει την πιο ουσιαστική αποστολή του πανεπιστημίου και θεμελιώνει την πολιτιστική λειτουργία του σύμφωνα με τον δηλωμένο προορισμό του.

* Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΖΟΣ είναι μεταφραστής.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ - 30/03/2008