ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΑΕΙ - ΤΕΙ Το 61% θέλει να πάει στο Δημόσιο


Πρώτος στόχος η ΣΙΓΟΥΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ


Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ


Η σταθεροποίηση στην απασχόληση είναι το μείζον πρόβλημα για την πλειονότητα των αποφοίτων ΑΕΙ και ΤΕΙ. Ενας στους τρεις πτυχιούχους αναζητούν σταθερή εργασία, το 61% προτιμά την απασχόληση στο Δημόσιο και ένας στους τέσσερις έχει αλλάξει στα πέντε με εφτά χρόνια μετά την αποφοίτησή του από τέσσερις δουλειές και πάνω.


Το 82% των φοιτητών έχουν αποφοιτήσει έως τα 25 τους χρόνια, το 44% είχαν μετακινηθεί ως φοιτητές σε άλλη πόλη από αυτήν της κατοικίας των γονέων τους για να σπουδάσουν.

Αντίθετα απ' ό,τι πιστεύεται, μόνο 17% των πτυχιούχων πανεπιστημίων βρέθηκαν να ανήκουν στη «γενιά των 700 ευρώ και κάτω» 5-7 έτη μετά την αποφοίτηση.

Το 2005, 68% των αποφοίτων των ετών 1998-2000 απολάμβαναν καθαρές μηνιαίες αποδοχές ανώτερες των 900 ευρώ, 35% ανώτερες των 1.100 ευρώ και 15% ανώτερες των 1.300 ευρώ. Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ αποφοίτων ως προς τις αποδοχές είναι κατά συνέπεια υψηλές. Οι γυναίκες έχουν πολύ χαμηλότερες αποδοχές κατά μέσο όρο.

Πέντε έως επτά έτη μετά την αποφοίτηση, ένα πολύ υψηλό ποσοστό πτυχιούχων (84%) απασχολούνται, ένα σχετικά μικρό ποσοστό είναι άνεργοι (6,4%) και ένα λίγο υψηλότερο (9,3%) δεν είναι οικονομικά ενεργοί.

Οι επιστημονικοί κλάδοι με την υψηλότερη επισφάλεια απασχόλησης είναι οι ξένες γλώσσες, η Ιστορία-Αρχαιολογία, η Ιατρική-Οδοντιατρική, η Φιλολογία-Φιλοσοφία, τα Μαθηματικά-Φυσική-Χημεία, η Φυσική Αγωγή-αθλητισμός. Αντίθετα, οι κλάδοι με τα χαμηλότερα ποσοστά επισφαλούς απασχόλησης είναι η Οικιακή Οικονομία, η Διαιτολογία, η Νοσηλευτική, η Νομική, η Κτηνιατρική, η Φαρμακευτική, οι επιστήμες διοίκησης, οι μηχανικοί υπολογιστών-συστημάτων πληροφορικής-επικοινωνιών.

Τα παραπάνω στοιχεία είναι μέρος της πανελλαδικής έρευνας της Οριζόντιας Δράσης των Γραφείων Διασύνδεσης, από την οποία προέκυψε ότι 60% των αποφοίτων των πανεπιστημίων των ετών 1998-2000 ήταν γυναίκες και το 40% άνδρες, που η μέση ηλικία τους τη στιγμή της έρευνας ήταν τα 30 έτη.

Το εκπαιδευτικό επίπεδο του πατέρα τους ήταν μεσαίο προς υψηλό, της μητέρας τους χαμηλό προς μεσαίο, ενώ το οικογενειακό εισόδημα του 69% των αποφοίτων ήταν μεταξύ 10-30 χιλιάδες ευρώ.

Τέλος, 65% των ερωτώμενων δήλωσαν ευχαριστημένοι από τις σπουδές τους, 25% ούτε ευχαριστημένοι ούτε δυσαρεστημένοι και 10% δυσαρεστημένοι.

Αγωνία

Πέντε χρόνια μετά την αποφοίτηση 35% αυτών που είναι μισθωτοί δεν έχουν σταθερή απασχόληση. Ενα χρόνο μετά το ίδιο ποσοστό μειώνεται στο 32%. Ομως ακόμα και επτά χρόνια μετά την αποφοίτηση, ένας στους τέσσερις εργαζόμενους απόφοιτους δεν έχει σταθερή δουλειά.

Στο σύνολο των αποφοίτων των ετών 1998-2000, που το 2005 ήσαν μισθωτοί ή συμβασιούχοι έργου απασχολούμενοι σε έναν εργοδότη, 36% ήταν επισφαλώς εργαζόμενοι.

Η έλλειψη θέσεων εργασίας στην ειδικότητά τους είναι ο λόγος ανεργίας που επικαλούνται 73% των άνεργων αποφοίτων, αν και ταυτόχρονα 39% δηλώνουν ότι η έλλειψη εργασιακής εμπειρίας, κατάρτισης και δεξιοτήτων αποτελεί μειονέκτημα στην πρόσληψη έναντι άλλων υποψηφίων.

Τέλος, 7% δηλώνουν ότι οι διακρίσεις φύλου κατά την πρόσληψη αποτελούν το λόγο της ανεργίας τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι, παρά το σχετικά χαμηλό ποσοστό ανεργίας, 41% των άνεργων αποφοίτων είναι άνεργοι πάνω από ένα έτος.

Σύμφωνα με την ίδια ερευνα οι μη ενεργοί ομαδοποιούνται στις εξής κατηγορίες: 23% είναι γυναίκες που δεν συμμετέχουν στο εργατικό δυναμικό λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, 16% είναι άνδρες που κάνουν το στρατιωτικό τους, 42% άτομα που πραγματοποιούν μεταπτυχιακές σπουδές, 7% είναι άτομα που προετοιμάζουν ή αναμένουν αποτελέσματα διαγωνισμών πρόσληψης, 3% είναι γιατροί που αναμένουν την έναρξη ειδικότητας και 9% δηλώνουν άλλους λόγους μη συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό.

* Πέντε έως επτά έτη μετά την αποφοίτηση, μεταπτυχιακές σπουδές έχει πραγματοποιήσει ή πραγματοποιεί 40% των πτυχιούχων πανεπιστημίων, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας. Το εύρημα αυτό ενισχύει την άποψη ότι τα μεταπτυχιακά έχουν μετατραπεί σε τέταρτη βαθμίδα της εκπαίδευσης.

* Το 44% των αποφοίτων των ετών 1998-2000 που πραγματοποίησαν μεταπτυχιακές σπουδές το έκαναν γιατί τους ενδιέφερε η επιστημονική πρόοδος και το αντικείμενο σπουδών, ενώ 52% για να επιτύχουν καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση είτε βρίσκοντας εργασία στο αντικείμενο σπουδών (20%) είτε αποκτώντας πρόσβαση σε καλύτερη επαγγελματική σταδιοδρομία μέσω της απόκτησης εξειδικευμένης γνώσης.

* Είναι χαρακτηριστικό από αυτήν την άποψη ότι 61% των μεταπτυχιακών φοιτητών δούλευαν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, ενώ από αυτούς που δούλευαν 72% είχαν αντικείμενο εργασίας συναφές με αυτό των μεταπτυχιακών σπουδών.

3-4 δουλειές

Η αλλαγή δουλειάς δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε πέρασμα από την ανεργία. Είναι χαρακτηριστικό ότι 5-7 έτη μετά την αποφοίτηση, 10% έχουν μόνο μία εμπειρία εργασίας, 60% έχουν αλλάξει δύο με τρεις δουλειές, ενώ 26% τέσσερις δουλειές και πάνω.

Ταυτόχρονα, στο ίδιο διάστημα 22% των αποφοίτων δεν έχουν βιώσει κανένα επεισόδιο ανεργίας, 45% μόνο ένα, ενώ 33% δύο ή περισσότερα.

Οι αλλαγές στις δουλειές φαίνεται να οδηγούν στη βελτίωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών της απασχόλησης, όπως πιστοποιείται από τα συγκριτικά αποτελέσματα της έρευνας για τα χαρακτηριστικά της πρώτης σημαντικής και της σημερινής απασχόλησης των αποφοίτων των ετών 1998-2000.

Το χρονικό διάστημα μεταξύ της αποφοίτησης και της πρώτης σημαντικής απασχόλησης είναι ενδεικτικό για της δυσκολίες που έχουν οι απόφοιτοι των πανεπιστημίων ως προς την πρόσβαση σε σημαντική απασχόληση, ό,τι και αν ο όρος «σημαντική» σημαίνει.

Στο 34% των αποφοίτων των ετών 1998-2000, η πρώτη τους σημαντική απασχόληση ξεκίνησε κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών τους ή μέχρι ένα μήνα μετά την αποφοίτηση.

Ενα άλλο 33% των αποφοίτων βρήκαν σημαντική δουλειά μέσα σε 1 μήνα μέχρι 1 χρόνο μετά την αποφοίτηση, ενώ το υπόλοιπο 33% πάνω από 1 χρόνο μετά την αποφοίτηση. Είναι φανερό ότι ο βαθμός δυσκολίας πρόσβασης στη σημαντική απασχόληση διαφοροποιείται σημαντικά ανάμεσα στους αποφοίτους και τους ισομοιράζει σε τρεις διακριτές κατηγορίες.

Δεδομένου ότι 84% των αποφοίτων πανεπιστημίων απασχολούνται 5-7 έτη μετά την αποφοίτηση, είναι ενδιάφερον να δει κανείς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της απασχόλησής του.

Ετεροαπασχόληση

Ενα 28% των πτυχιούχων πανεπιστημίων ετεροαπασχολείται 5-7 έτη μετά την αποφοίτηση, δεδομένου ότι δηλώνει ότι το αντικείμενο εργασίας αντιστοιχεί καθόλου ή λίγο στο αντικείμενο σπουδών.

Οι επιστημονικοί κλάδοι με εκτεταμένη ετεροαπασχόληση είναι η Δασολογία και οι Επιστήμες Περιβάλλοντος, η Φυσική Αγωγή και ο αθλητισμός, οι επιστήμες διοίκησης, η οικονομική επιστήμη, η Κοινωνιολογία-Ανθρωπολογία-Κοινωνική Πολιτική, η Πολιτική Επιστήμη.

Αντίθετα, οι κλάδοι με περιορισμένη ετεροαπασχόληση είναι οι αρχιτέκτονες, οι πολιτικοί μηχανικοί, οι τοπογράφοι, οι απόφοιτοι Διαιτολογίας, Οικιακής Οικονομίας, Νομικής, Καλών Τεχνών, Ψυχολογίας, Νοσηλευτικής, Ιατρικής-Οδοντιατρικής.

* Το 61% των αποφοίτων, 72% των γυναικών έναντι 43% των ανδρών, δηλώνουν ότι επιθυμούν να εργάζονται στο Δημόσιο 5-7 έτη μετά την αποφοίτηση. Μόνο 12% των αποφοίτων δείχνουν προτίμηση στον ιδιωτικό τομέα, ενώ ένα σχετικά μεγάλο ποσοστό (27,5%) δηλώνουν προτίμηση να έχουν δική τους επιχείρηση.

* Ο πιο σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει θετικά την προτίμηση εργασίας στο 66% των αποφοίτων είναι η ασφάλεια που εξασφαλίζει η θέση απασχόλησης. Ακολουθούν κατά σειρά οι καλές αποδοχές, η συμβατότητα της εργασίας με τις οικογενειακές υποχρεώσεις, η δυνατότητα αυτονομίας στην εργασία και οι θετικές προοπτικές εξέλιξης.

* Οι γυναίκες απόφοτοι αξιολογούν συγκριτικά περισσότερο από τους άνδρες την ασφάλεια της απασχόλησης και τη συμβατότητα της εργασίας με τις οικογενειακές υποχρεώσεις, ενώ οι άντρες συγκριτικά περισσότερο από τις γυναίκες τις καλές αμοιβές, την αυτονομία στην εργασία και τις θετικές προοπτικές εξέλιξης.

Η πολύ χαμηλή προτίμηση για την εργασία στον ιδιωτικό τομέα δείχνει ότι οι συνθήκες απασχόλησης και οι όροι εργασίας δεν είναι καθόλου ελκτικοί για τους αποφοίτους των πανεπιστημίων.

Η ταυτότητα της έρευνας

Πανελλαδική έρευνα απορρόφησης των αποφοίτων των πανεπιστημίων των ετών 1998-2000 στην αγορά εργασίας 5-7 έτη μετά την αποφοίτηση. Πραγματοποιήθηκε την ίδια χρονική περίοδο (Δεκέμβριος 2004 - Ιανουάριος 2006) από όλα τα Γραφεία Διασύνδεσης των ελληνικών πανεπιστημίων, πλην του Ανοιχτού, της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, με κοινή μεθοδολογία (δείγμα, ερωτηματολόγιο, εννοιολογικό πλαίσιο) και συντονισμό από την «Οριζόντια Δράση Υποστήριξης των Γραφείων Διασύνδεσης», που αποτελεί το πανελλαδικό δίκτυο των Γραφείων Διασύνδεσης. Το κάθε Γραφείο Διασύνδεσης είχε την ευθύνη ανάλυσης των στοιχείων για το πανεπιστήμιό του, ενώ η Οριζόντια Δράση είχε την ευθύνη ανάλυσης του συνόλου των πρωτογενών στοιχείων από όλα τα πανεπιστήμια και εξαγωγής των γενικών αποτελεσμάτων και συμπερασμάτων για το σύνολο χώρας. Επιστημονικά υπεύθυνη και συντονίστρια της πανελλαδικής έρευνας η Μαρία Καραμεσίνη, αναπληρώτρια καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου. Την ερευνητική ομάδα, εκτός από την κ. Καραμεσίνη, αποτελούσαν οι Σίλια Βιτωράτου, Ερίκ Γκαζόν, Ειρήνη Μουστάκη. Σκοπός της έρευνας ήταν να διερευνήσει τον βαθμό και την ποιότητα εργασιακής και επαγγελματικής ένταξης των πτυχιούχων των πανεπιστημίων 5-7 έτη μετά την αποφοίτησή τους, καθώς και τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας μετάβασής τους από την εκπαίδευση στην απασχόληση. Τα γενικά αποτελέσματα έχουν εξαχθεί ανά φύλο και επιστημονικό κλάδο σπουδών των αποφοίτων. Μέγεθος δείγματος: 13.612 απόφοιτοι των ετών 1998-2000 που αποτελούν 22,3% του αντίστοιχου πληθυσμού.